Το 1974, ο Λάκης Χαλκιάς τραγούδησε την ιστορία ενός μετανάστη που περνούσε ολόκληρη τη μέρα μπροστά σε μια μηχανή. Στο εργοστάσιο κανείς δεν χρησιμοποιούσε το όνομά του. Για τους άλλους ήταν απλώς «το νούμερο οχτώ».
Η «Φάμπρικα», σε μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και στίχους του Γιώργου Σκούρτη, κυκλοφόρησε στον δίσκο Μετανάστες. Πίσω από την ιστορία του τραγουδιού βρίσκεται μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων που άφησε χωριά, οικογένειες και παιδιά για μια θέση στα εργοστάσια της Δυτικής Γερμανίας.

Η επίσημη συμφωνία για την πρόσληψη Ελλήνων εργατών υπογράφηκε το 1960. Οι άνθρωποι αυτοί ονομάστηκαν Gastarbeiter, δηλαδή «φιλοξενούμενοι εργάτες». Η ίδια η λέξη έδειχνε πως η παρουσία τους θεωρούνταν προσωρινή. Θα δούλευαν για λίγο, θα έστελναν χρήματα στο σπίτι και ύστερα θα επέστρεφαν. Πολλοί, όμως, έμειναν για δεκαετίες.
Διαβάστε επίσης:
Οι μετανάστες της Αμερικής μέσα από τον φακό του Augustus Sherman
Τα πρόσωπα ανθρώπων που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, κουβαλώντας μαζί τους ελάχιστα πράγματα και την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής.
Για όσους είχαν αφήσει πίσω παιδιά και συντρόφους, η ξενιτιά δεν μετριόταν μόνο σε χιλιόμετρα. Μετριόταν σε γράμματα, σε χρήματα που έφευγαν κάθε μήνα για την Ελλάδα και σε επιστροφές που συνεχώς αναβάλλονταν.
Έφταναν σε μια χώρα που δεν γνώριζαν, χωρίς να μιλούν τη γλώσσα και χωρίς να είναι συνηθισμένοι στη ζωή του εργοστασίου. Άντρες και γυναίκες δούλευαν για ώρες μπροστά στις μηχανές και, όταν τελείωνε η βάρδια, επέστρεφαν στα καταλύματα που τους παραχωρούσαν οι εταιρείες. Συχνά έμεναν πολλοί μαζί, σε μεγάλα δωμάτια με πολλά κρεβάτια.
Η μέρα τους ήταν οργανωμένη γύρω από τη δουλειά. Ξυπνούσαν, έμπαιναν στη γραμμή παραγωγής, επέστρεφαν στον κοιτώνα και περίμεναν να περάσει ακόμη ένας μήνας για να στείλουν χρήματα στην οικογένεια. Εντωμεταξύ, κάπου στην Ελλάδα υπήρχε ένα παιδί που μεγάλωνε περιμένοντας τον πατέρα του να επιστρέψει.
Διαβάστε επίσης:
Μάνος Χατζιδάκις – Πως εμπνεύστηκα τον Κεμάλ
Η πραγματική συνάντηση που έγινε η αφετηρία για ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι.
Αυτόν τον κόσμο περιγράφει η «Φάμπρικα». Έναν άνθρωπο σκυμμένο μπροστά στη μηχανή, που δεν προλαβαίνει να μάθει ούτε το όνομα του διπλανού του. Δεν πρέπει να μιλά, δεν πρέπει να σταματά. Ο χρόνος είναι χρήμα και η μηχανή πρέπει να συνεχίσει να δουλεύει.
Ο πιο σκληρός στίχος λέει μόνο: «είμαι το νούμερο οχτώ».
Ο άνθρωπος δεν είναι πια ο πατέρας, ο φίλος ή ο γείτονας κάποιου. Είναι ένας αριθμός πάνω σε μια βάρδια, ένα ακόμη ζευγάρι χέρια στην παραγωγή.
Κι όμως, πίσω από κάθε αριθμό υπήρχε μια ολόκληρη ζωή. Ένα σπίτι στην Ελλάδα, μια οικογένεια που περίμενε, ένα όνομα που ακουγόταν όλο και πιο σπάνια.
Η «Φάμπρικα» κράτησε μέσα στους στίχους της αυτούς τους ανθρώπους. Εκείνους που έφυγαν για να χτίσουν ένα καλύτερο αύριο, πληρώνοντας συχνά το τίμημα με τη δική τους ζωή.


