Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η Μάτση Χατζηλαζάρου είχαν ήδη χωρίσει όταν εκείνη έφυγε, στα τέλη του 1945, για το Παρίσι. Ο γάμος τους είχε τελειώσει, όμως από τα γράμματα που του έστειλε φαίνεται πως ο Εμπειρίκος συνέχιζε να έχει μια ξεχωριστή θέση στη ζωή της.
Λίγες μέρες μετά την άφιξή της, του γράφει:
«Αγαπητέ μου Αντρέα,
Εφθάσαμε.
[…] Είμαι ακόμη τελείως σαστισμένη, ζω έναν καινούργιο έρωτα με το Παρίσι, χωρίς να ’χω ακόμη προσαρμοστεί στον ρυθμό και στην ατμόσφαιρα του καινούργιου εραστή. […] Είμαι έκθαμβη [….]»
Το Παρίσι είναι ο «καινούργιος εραστής». Κι όμως, ο άνθρωπος στον οποίο θέλει να μιλήσει γι’ αυτόν είναι ο Εμπειρίκος.
Διαβάστε επίσης:
Οδυσσέας Ελύτης – Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο
Ο Ελύτης θυμάται τον φίλο του και γράφει για τον Εμπειρίκο, την ποίησή του, τον υπερρεαλισμό και την ιδιαίτερη σχέση του με την ελευθερία.
Λίγο αργότερα του γράφει:
«Τώρα αρχίζω και καταλαβαίνω ορισμένα από τα πράματα που αγαπάς στη Γαλλία. Είχες δίκιο […] υπάρχει πνεύμα. […]
Σε φιλώ πολύ, πολύ gougouchaki μου
Μάτση»
Μέσα από αυτή τη μικρή φράση φαίνεται κάτι από τη σχέση που είχε μείνει ανάμεσά τους. Ο Εμπειρίκος δεν ήταν απλώς ο πρώην σύζυγος. Ήταν ακόμη ένας άνθρωπος του οποίου θυμόταν τις σκέψεις, τις αγάπες και τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο.

Αυτό φαίνεται και όταν η Μάτση γνωρίζει τον Tristan Tzara:
«[…] μου λέει – “Έχω γνωρίσει έναν συμπαθέστατο Έλληνα, τον Εμπειρίκο”. “Μάλιστα” του λέω “πρώην άντρας μου” […] Πάντως μου ’πε όταν τον ξανάδα να σου πω πολλά χαιρετίσματα.»
Η ίδια τον αποκαλεί καθαρά «πρώην άντρα μου», όμως, συνεχίζει να του μεταφέρει ανθρώπους, συναντήσεις και μικρές στιγμές από τη νέα της ζωή.
Το ίδιο γίνεται και με τον André Breton:
«Μόλις με συστήσανε μου ρώτησε τι γίνεσαι, μου είπε ότι όλον τον πόλεμο σε σκεπτότανε με μεγάλο ενδιαφέρον και φιλία […] Του είπα όσα νέα σου μπορούσα να σκεφθώ […]»
Διαβάστε επίσης:
Οι φωτογραφίες του Ανδρέα Εμπειρίκου – Φωτογραφικό άλμπουμ
Μια διαφορετική πλευρά του Εμπειρίκου μέσα από τις φωτογραφίες που ο ίδιος τράβηξε και άφησε πίσω του.
Ο Εμπειρίκος βρίσκεται έτσι συνεχώς μέσα στα γράμματά της. Μέσα στις συναντήσεις της, στις σκέψεις της, στα πρόσωπα που γνωρίζει.
Δεν έχουμε τις δικές του απαντήσεις και δεν μπορούμε να ξέρουμε πώς ένιωθε εκείνος μετά τον χωρισμό. Ξέρουμε όμως ότι η σχέση τους δεν εξαφανίστηκε.
Για τη Μάτση, ο Εμπειρίκος παρέμενε ένας άνθρωπος οικείος. Ένας άνθρωπος στον οποίο ήθελε ακόμη να μιλά για όσα έβλεπε και όσα την συγκινούσαν.
Και αυτό φαίνεται καλύτερα από όλα σε μια πολύ μικρή φράση:
«Σε φιλώ πολύ, πολύ gougouchaki μου».


