Τα Βούρλα της Δραπετσώνας δεν ήταν απλώς μια κακόφημη συνοικία. Ήταν ένας ολόκληρος κόσμος αποκλεισμένος. Ένας χώρος που έκρυβε αυτό που η κοινωνία δεν ήθελε να βλέπει, αλλά ήξερε πολύ καλά να χρησιμοποιεί.
Πίσω από τον μεγάλο τοίχο, μέσα σε μικρά δωμάτια που έμοιαζαν περισσότερο με κελιά παρά με σπίτια, ζούσαν γυναίκες που η εποχή είχε ήδη καταδικάσει. Άλλες είχαν φτάσει εκεί από φτώχεια. Άλλες από εγκατάλειψη. Άλλες από φόβο. Κορίτσια που δεν μπορούσαν να γυρίσουν στο σπίτι τους, γιατί εκεί τις περίμενε η ντροπή, ο πατέρας, ο αδελφός, η τιμωρία. Γυναίκες που για τους δικούς τους είχαν πεθάνει πριν ακόμα πεθάνουν.
Τα Βούρλα λειτουργούσαν σαν δημόσιο πορνείο, κάτω από την ανοχή και την επίβλεψη του κράτους. Υπήρχαν χωροφύλακες, άδειες, κανόνες, γιατροί, νοίκια, πόρτες που έκλειναν τη νύχτα. Όλα έμοιαζαν τακτοποιημένα.
Οι γυναίκες πλήρωναν για το δωμάτιο. Πλήρωναν για τον γιατρό. Πλήρωναν για να συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα σε έναν χώρο από όπου δύσκολα μπορούσαν να φύγουν. Αν δεν υπήρχε κάποιος να εγγυηθεί γι’ αυτές, η έξοδος ήταν σχεδόν αδύνατη. Και ποιος θα εγγυόταν για μια γυναίκα που η κοινωνία είχε ήδη βαφτίσει χαμένη;
«Πληρώνουμε σαράντα δραχμές την ημέρα νοίκι για το δωμάτιο και τον γιατρό. Τροφή, πλυστικά, φυσικά είναι ξέχωρα. Μα το καλό εδώ πέρα είναι πως δεν έχουμε στο κεφάλι μας κανέναν να μας εκμεταλλεύεται… Ό,τι κερδίζουμε είναι δικά μας. Το χειρότερο πράγμα για μας, ο μπαμπούλας, είναι οι διευθύντριες των σπιτιών, αυτές που λένε “μαμάδες”. Γιατί οι μαμάδες εκμεταλλεύονται τα κορίτσια που χρεώνονται εφόρου ζωής σ’ αυτές. Εδώ ζούμε καθεμιά μ’ αυτά που κερδίζουμε. Εγώ είμαι δω μέσα δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια!…»
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη αθλιότητα των Βούρλων. Όχι μόνο η φτώχεια και η εκμετάλλευση αλλά το ότι οι γυναίκες αυτές είχαν στερηθεί ακόμη και το δικαίωμα να ξαναρχίσουν. Να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία.
Η Λιλίκα Νάκου μπήκε σε αυτόν τον κόσμο τον Φλεβάρη του 1936 ως δημοσιογράφος της εφημερίδας Ακρόπολις. Δεν πήγε για να κρίνει. Πήγε για να δει. Μα κυρίως πήγε για να ακούσει. Να τις αφουγκραστεί.
Αυτό ήταν το θάρρος της.

-«Πώς βάσταξες δεκαπέντε χρόνια δω μέσα, κυρία Ασπασία; Πώς δεν έφυγες;»
-«Πού να πάω, παιδί μου; Όπου και να πάμε, εμείς είμαστε σαν τα κυνηγημένα σκυλιά. Μας κυνηγάνε οι σωματέμποροι, μας κυνηγάνε οι μαμάδες, μας κυνηγάνε όσοι πουλάνε τα ναρκωτικά…»
-«Γιατί δεν σκέφτηκες ποτέ να εργαστείς;»
-«Μια φορά το συλλογίστηκα. Μα από δω πέρα, όπως ξέρεις, δεν μπορούμε να βγούμε. Δεν μας αφήνει η αστυνομία, αν κάποιος δεν εγγυηθεί για μας. Ποιος θέλεις να εγγυηθεί για μας; Και ακόμη ποιος χριστιανός θέλει να μας παντρευτεί; Πού να πάω, λοιπόν;»
Σε μια εποχή που τέτοιες γυναίκες τις έλεγαν αμαρτωλές και τις έθαβαν κάτω από εύκολες λέξεις, η Νάκου στάθηκε απέναντί τους χωρίς περιφρόνηση. Δεν είδε μόνο πόρνες. Είδε γυναίκες. Είδε δωμάτια τακτοποιημένα με μικρή αξιοπρέπεια. Είδε φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων πάνω σε κομοδίνα. Είδε φιλενάδες που κλείνονταν μαζί όταν φοβούνταν. Είδε γυναίκες που έφτιαχναν η μία τον φιόγκο της άλλης πριν κατέβουν να ακολουθήσουν έναν πελάτη. Είδε ανθρώπους που προσπαθούσαν να κρατήσουν κάτι όρθιο μέσα στην πτώση.

Και ίσως γι’ αυτό το ρεπορτάζ της πονά ακόμη. Γιατί τις κοιτάζει ως άνθρωπος προς άνθρωπο, από κοντά.
Μια από αυτές τις γυναίκες, η Θεανώ, φοβόταν πως θα πεθάνει και κανείς δεν θα μάθει ποτέ τη ζωή της. Ήθελε να μείνει κάτι από εκείνη. Ένα τετράδιο. Μια μαρτυρία.
Αυτό ζητούν συχνά οι ξεχασμένοι άνθρωποι. Όχι μεγάλες τιμές. Όχι αγάλματα. Μόνο να μη σβηστούν σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Και πιο χαμηλά ακόμη από τα Βούρλα υπήρχαν τα σλέπια. Παροπλισμένες μαούνες, σαπισμένα πλωτά μπορντέλα, δεμένα κοντά στο λιμάνι. Εκεί ζούσαν γυναίκες μέσα στην υγρασία, στο σκοτάδι, στη μυρωδιά της θάλασσας και της φτώχειας. Γυναίκες γερασμένες πριν την ώρα τους. Γυναίκες που κοιμούνταν όλες μαζί όταν έκανε κρύο. Γυναίκες που περίμεναν έναν πελάτη όχι για ηδονή, αλλά για το ψωμί της ημέρας.

Ο Καββαδίας είχε γράψει για το «αφισμένο σλέπι». Η Λιλίκα θέλησε να δει αν αυτός ο σκοτεινός κόσμος ήταν ποίηση ή αλήθεια. Και η αλήθεια ήταν χειρότερη από την ποίηση.
Εκεί, μέσα σε μια καμπίνα, μια λεχώνα καιγόταν από τον πυρετό. Δίπλα της, ένα νεογέννητο τυλιγμένο σε κουρέλια. Η μάνα ήθελε να το κρατήσει. Οι άλλες γυναίκες, φτωχές και τσακισμένες, ήθελαν να βοηθήσουν το παιδί να ζήσει.. Ακόμη και εκεί, στον πάτο της ανθρώπινης εγκατάλειψης, υπήρχε μια τρυφερότητα.

Αυτό είναι που συγκλονίζει περισσότερο. Ότι αυτές οι γυναίκες, που η κοινωνία αντιμετώπιζε σαν σώματα διαθέσιμα, συνέχιζαν να έχουν ψυχή.
Τα Βούρλα δεν είναι μόνο μια σκοτεινή σελίδα της Δραπετσώνας ή του Πειραιά. Είναι ένας καθρέφτης. Δείχνουν μια κοινωνία που ήξερε να ηθικολογεί, αλλά όχι να προστατεύει. Μια κοινωνία που έδειχνε με το δάχτυλο τις γυναίκες, ενώ οι άντρες περνούσαν την πόρτα και έφευγαν ανώνυμοι. Μια κοινωνία που τιμωρούσε περισσότερο την πληγή παρά εκείνους που την άνοιγαν.
Η Λιλίκα Νάκου είχε το θάρρος να μπει εκεί όπου οι άλλοι έκλειναν τα μάτια. Και το σημαντικότερο: είχε το θάρρος να γράψει. Να φέρει προς τα έξω έναν κόσμο που όλοι ήξεραν πως υπάρχει, αλλά προτιμούσαν να μένει στη σιωπή.
Γιατί αυτό ήταν τα Βούρλα.
Ένας τόπος όπου η κοινωνία έκρυβε την υποκρισία της πίσω από έναν τοίχο…
Και πίσω από αυτόν τον τοίχο δεν υπήρχε αμαρτία.
Υπήρχαν γυναίκες.

