Σήμερα, όποιος περπατά γύρω από το Μοναστηράκι και την Αρχαία Αγορά δύσκολα φαντάζεται ότι εκεί, ανάμεσα στα μνημεία, στεκόταν κάποτε μία από τις πιο διαβόητες φυλακές της Ελλάδας.
Η Παλιά Στρατώνα υψωνόταν στην οδό Άρεως, κιστοντά στη Βιβλιοθήκη του Αδριανού, μέσα στην καρδιά της πρωτεύουσας. Το κτίριο είχε ανεγερθεί το 1834 για να χρησιμοποιηθεί ως στρατώνας. Αργότερα μετατράπηκε σε φυλακή.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 χιλιάδες άνθρωποι περνούσαν κάθε χρόνο από τα κελιά της. Μόνο το 1929 καταγράφηκαν περίπου 5.000 κρατούμενοι, ενώ όταν δόθηκε η εντολή εκκένωσης βρίσκονταν εκεί 680 άνθρωποι.

Η Παλιά Στρατώνα είχε γίνει διαβόητη για τη σαλατοποίηση των κρατουμένων. Ισοβίτες, δολοφόνοι και βαρυποινίτες συνυπήρχαν με μικροπαραβάτες, ανθρώπους που είχαν παραβεί φορολογικούς νόμους και εξαρτημένους από την ηρωίνη ή την κοκαΐνη. Η φυλακή δεν ξεχώριζε τον επικίνδυνο εγκληματία από τον φτωχό, τον άρρωστο ή τον άνθρωπο που είχε πέσει σε ένα μικρό παράπτωμα. Μόλις περνούσαν την πόρτα της, όλοι γίνονταν απλώς κρατούμενοι.
Οι υπόγειες αίθουσες, τα ψηλά κιγκλιδόφραχτα παράθυρα και οι ετοιμόρροπες στέγες έκαναν το κτίριο να μοιάζει κατασκευασμένο όχι για τον σωφρονισμό, αλλά για τη συντριβή. Στους τοίχους έμεναν χαραγμένα ονόματα, ποινές, παράπονα και πρόχειρα σχέδια: ίχνη ανθρώπων που προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι είχαν υπάρξει.
Βούρλα: Οι γυναίκες που η κοινωνία έκλεισε πίσω από έναν τοίχο
Η ιστορία των γυναικών που η κοινωνία απομόνωσε, χρησιμοποίησε και καταδίκασε στη σιωπή — μέχρι που η Λιλίκα Νάκου μπήκε για να ακούσει τις φωνές τους.
Ωστόσο, η Παλιά Στρατώνα δεν ήταν για όλους η ίδια κόλαση. Ρεπορτάζ της εποχής περιγράφουν κρατουμένους που εξασφάλιζαν καλό φαγητό, κρασί, χασίσι και τη δυνατότητα να παίζουν μπαρμπούτι για χρήματα στο προαύλιο. Η εισαγωγή στην Παλιά Στρατώνα, αντί στις αυστηρότερες φυλακές Συγγρού, μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί προνόμιο που ίσως απαιτούσε ρουσφέτι. Η φυλακή, επομένως, δεν εξαφάνιζε τις κοινωνικές ανισότητες. Τις μετέφερε πίσω από τα κάγκελα. Όποιος είχε χρήματα ή γνωριμίες μπορούσε να αγοράσει λίγη άνεση.

Αυτός ο υπόγειος κόσμος πέρασε γρήγορα στα τραγούδια. Το 1929 ο Πέτρος Κυριακός τραγουδούσε ειρωνικά «Χαίρε Παλιά Στρατώνα μου», γνωρίζοντας ήδη ότι σχεδιαζόταν η κατεδάφισή της. Λίγο αργότερα, στον «Φυλακισμένο» του Γιάννη Δραγάτση, η φράση «Τέσσερα χρόνια φυλακή» ανοίγει μια αφήγηση γεμάτη μπαρμπούτι, χασίσι, σεβντά και φθορά. Άλλα ρεμπέτικα μιλούν για κατάδικους που επιστρέφουν ξανά στη Στρατώνα ή αφήνουν συμβολικά εκεί την κάπα τους, σαν να θεωρούν βέβαιη την επόμενη σύλληψή τους.
Έτσι, η Παλιά Στρατώνα δεν έμεινε μόνο στα αρχεία και στις εφημερίδες της εποχής. Πέρασε στα τραγούδια μαζί με τον φόβο, τη μαγκιά, τα ντέρτια και την καθημερινότητα των ανθρώπων που έζησαν πίσω από τα κάγκελά της. Τα τραγούδια δεν ωραιοποιούσαν τη φυλακή, κρατούσαν όμως ζωντανές τις φωνές εκείνων που στα επίσημα έγγραφα εμφανίζονταν μόνο ως ονόματα και αριθμοί.
54 μέρες στο Δαφνί: Τους έθαβαν ζωντανούς — και το λέγαμε θεραπεία
Η συγκλονιστική μαρτυρία του Γιώργη Ζάρκου από το Δαφνί, όπου η βία, η εγκατάλειψη και η ταπείνωση βαφτίζονταν «θεραπεία». Μια ιστορία για ανθρώπους που δεν θεωρούνταν ασθενείς, αλλά ζωντανά πτώματα.
Κι ενώ η φυλακή αποκτούσε μια δεύτερη ζωή μέσα στα ρεμπέτικα, το ίδιο το κτίριο είχε αρχίσει να μετρά αντίστροφα. Κάτω από τα σπίτια, τους δρόμους και τα νεότερα κτίσματα της περιοχής βρίσκονταν τα κατάλοιπα της Αρχαίας Αγοράς. Η θέση της ήταν ήδη περίπου γνωστή στους αρχαιολόγους, όμως για να προχωρήσουν οι μεγάλες ανασκαφές έπρεπε να απομακρυνθούν όσα είχαν χτιστεί πάνω από τον αρχαιολογικό χώρο. Ανάμεσά τους βρισκόταν και η Παλιά Στρατώνα.
Για χρόνια είχαν προηγηθεί καταγγελίες για τις άθλιες συνθήκες, την έλλειψη υγιεινής και την απάνθρωπη μεταχείριση των κρατουμένων, χωρίς όμως η φυλακή να κλείσει. Εκείνο που τελικά σφράγισε την τύχη της ήταν η ανάγκη να έρθουν στο φως τα αρχαία. Στα τέλη του 1931 εκκενώθηκε και στις αρχές του 1932 άρχισε η κατεδάφισή της.

Τις ημέρες εκείνες άνθρωποι συγκεντρώνονταν για να παρακολουθήσουν τους τοίχους να πέφτουν. Άλλοι έβλεπαν να εξαφανίζεται ένα αίσχος που ντρόπιαζε την πόλη και άλλοι έναν τόπο δεμένο με προσωπικές αναμνήσεις. Η φυλακή είχε αντέξει στις φωνές που ζητούσαν την κατάργησή της για λόγους ανθρωπισμού. Δεν άντεξε, όμως, στην ανάγκη της Αθήνας να αποκαλύψει το αρχαίο της παρελθόν.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία. Για να φέρει στο φως το ένδοξο παρελθόν της, η Αθήνα κατεδάφισε ένα κομμάτι του ντροπιαστικού παρόντος της. Η αρχαιολογία διέσωσε τη μνήμη των αρχαίων Αθηναίων και τα ρεμπέτικα, τη μνήμη των φυλακισμένων της νεότερης πόλης.
Οι πόλεις μπορούν να γκρεμίσουν τους τόπους που τις ντροπιάζουν. Δεν μπορούν, όμως, να εξαφανίσουν εύκολα τις ιστορίες που γεννήθηκαν μέσα τους. Όταν η επίσημη μνήμη σωπαίνει, αναλαμβάνουν τα τραγούδια.
