Η Elfriede Lohse-Wächtler ζωγράφιζε πρόσωπα που οι περισσότεροι άνθρωποι προσπερνούσαν. Φτωχούς, εργάτες, γυναίκες των καμπαρέ, μοναχικούς ανθρώπους και ασθενείς ψυχιατρικών ιδρυμάτων.
Δεν αναζητούσε την ομορφιά όπως συνήθως την εννοούμε. Αναζητούσε τον άνθρωπο που κρυβόταν πίσω από την κούραση, τον φόβο και την εγκατάλειψη.
Γεννήθηκε το 1899 στη Δρέσδη και από μικρή ήθελε να γίνει ζωγράφος. Ο πατέρας της προσπάθησε να την αποτρέψει, θεωρώντας πως η τέχνη δεν ήταν κατάλληλος δρόμος για μια γυναίκα. Εκείνη επέμεινε. Σπούδασε εφαρμοσμένες τέχνες και συνδέθηκε με τον πρωτοποριακό καλλιτεχνικό κύκλο της πόλης.
Το 1921 παντρεύτηκε τον τραγουδιστή και ζωγράφο Kurt Lohse. Λίγα χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκαν στο Αμβούργο, όμως η σχέση τους σύντομα διαλύθηκε. Η Elfriede έμεινε μόνη, χωρίς σταθερό εισόδημα, προσπαθώντας να ζήσει από τη ζωγραφική της.
Διάβασε επίσης:
Aloïse Corbaz – Τρέλα και τέχνη
Μέσα στο ψυχιατρικό άσυλο, η Aloïse Corbaz ζωγράφισε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα, έρωτες και φαντασία. Η τέχνη της έγινε ο δικός της τρόπος να μιλήσει για όσα ζούσε.
Η φτώχεια και η απομόνωση επιβάρυναν την ψυχική της υγεία. Το 1929, ύστερα από νευρικό κλονισμό, εισήχθη στην ψυχιατρική κλινική Friedrichsberg.
Εκεί άρχισε να ζωγραφίζει τους ανθρώπους γύρω της. Δημιούργησε περίπου εξήντα σχέδια με σκηνές από την καθημερινότητα της κλινικής. Η σειρά έγινε γνωστή ως «Friedrichsberger Köpfe» — «Τα κεφάλια του Friedrichsberg».

Στα έργα της δεν υπάρχουν «τρελοί» ούτε επικίνδυνες μορφές. Υπάρχουν άνθρωποι κουρασμένοι, φοβισμένοι ή χαμένοι στις σκέψεις τους. Τούς ζωγράφιζε με τα σημάδια της αρρώστιας και της εγκατάλειψης, αλλά χωρίς να τους αφαιρεί την αξιοπρέπειά τους.
Όταν βγήκε από την κλινική, παρουσίασε έργα της σε εκθέσεις και απέσπασε πολύ θετικά σχόλια. Για ένα μικρό διάστημα έγινε γνωστή στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Αμβούργου. Η αναγνώριση, ωστόσο, δεν την έβγαλε από τη φτώχεια.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η ψυχική της κατάσταση επιδεινώθηκε. Επέστρεψε στο πατρικό της στη Δρέσδη, ελπίζοντας πως θα βρει στήριξη. Οι παλιές οικογενειακές συγκρούσεις, όμως, εμφανίστηκαν ξανά και η υγεία της χειροτέρεψε. Το 1932 οδηγήθηκε σε ψυχιατρικό νοσοκομείο και λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στο μεγάλο ίδρυμα του Arnsdorf, όπου διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια.

Η Elfriede ζητούσε επανειλημμένα να αφεθεί ελεύθερη. Παρά τον εγκλεισμό, συνέχισε για ένα διάστημα να ζωγραφίζει τη ζωή μέσα στο ίδρυμα και τη γύρω περιοχή.
Έναν χρόνο αργότερα οι Ναζί ανέβηκαν στην εξουσία. Οι άνθρωποι με ψυχικές ασθένειες και αναπηρίες δεν αντιμετωπίζονταν πλέον μόνο ως ασθενείς. Το καθεστώς τούς θεωρούσε βάρος για την κοινωνία και απειλή για τη λεγόμενη φυλετική υγεία.
Η διάγνωση της Elfriede την έθεσε στο στόχαστρο του νόμου περί «κληρονομικών ασθενειών». Η ίδια και η οικογένειά της προσπάθησαν να εμποδίσουν την απόφαση. Η διεύθυνση του ιδρύματος έφτασε στο σημείο να απαγορεύσει στους γονείς της να την επισκέπτονται, για να τους πιέσει να υποχωρήσουν.
Στις 20 Δεκεμβρίου 1935 η Elfriede υποβλήθηκε σε αναγκαστική στείρωση.
Μετά την επέμβαση αποσύρθηκε σταδιακά από τους ανθρώπους και σταμάτησε να δημιουργεί. Η γυναίκα που ζωγράφιζε όσους κανείς δεν ήθελε να κοιτάξει, δεν ξαναζωγράφισε.
Διάβασε επίσης:
Η εκκεντρική τέχνη της Carol Rama
Επισκεπτόμενη τη μητέρα της στο ψυχιατρείο, η Carol Rama γνώρισε έναν κόσμο που πέρασε στη ζωγραφική της. Όπως η Elfriede, έστρεψε το βλέμμα της σε ανθρώπους και σώματα που οι άλλοι προτιμούσαν να μη βλέπουν.
Το 1940 το Arnsdorf χρησιμοποιήθηκε ως ενδιάμεσος σταθμός για το πρόγραμμα μαζικής εξόντωσης Aktion T4. Άνθρωποι με αναπηρίες και ψυχικές ασθένειες μεταφέρονταν σε ειδικά κέντρα και δολοφονούνταν.
Στις 31 Ιουλίου, η Elfriede μεταφέρθηκε μαζί με άλλους 85 ασθενείς στο Pirna-Sonnenstein. Πιθανότατα δολοφονήθηκε την ίδια ημέρα μέσα σε θάλαμο αερίων με μονοξείδιο του άνθρακα. Ήταν σαράντα ετών.
Η ακριβής τοποθεσία των λειψάνων της παραμένει άγνωστη.
Δεν άφησε πίσω της τάφο. Άφησε τα πρόσωπα των ανθρώπων που αρνήθηκε να προσπεράσει.



Όταν βλέπουμε μόνο τη διάγνωση, χάνουμε τον άνθρωπο.
Συνέβη αμέτρητες φορές στην Ιστορία. Και είμαστε βέβαιοι ότι δεν σταμάτησε να συμβαίνει.