Μικρά που έμειναν στο Περιθώριο

Τι σημαίνει μεν σαλαβατάς στα κυπριακά;

Μεν σαλαβατάς, λέμε στην Κύπρο σε κάποιον που μουρμουρίζει, γκρινιάζει ή λέει πράγματα που δύσκολα καταλαβαίνουμε.

Η λέξη σαλαβατώ προέρχεται από το τουρκικό salâvat, που με τη σειρά του προέρχεται από το αραβικό ṣalawāt, δηλαδή «προσευχές».

Διαβάστε επίσης:
Τι σημαίνει «Άι σιχτίρ»;
Η προέλευση και οι διαφορετικές σημασίες μιας από τις πιο γνωστές εκφράσεις της κυπριακής καθημερινότητας.

Η μουσουλμανική προσευχή, όπως ακουγόταν στους ελληνόφωνους πληθυσμούς, φαίνεται ότι βοήθησε ώστε η λέξη να πάρει σταδιακά και τη σημασία της μουρμούρας ή των λόγων που δεν ακούγονται καθαρά.

Έτσι, στην κυπριακή διάλεκτο το σαλαβατώ κατέληξε να σημαίνει μουρμουρίζω, γκρινιάζω ή μιλώ μέσα από τα δόντια μου.

Γι’ αυτό και η γνωστή φράση:

Μεν σαλαβατάς!

σημαίνει, πολύ απλά:

Σταμάτα να μουρμουράς!

Φωτογραφία: Enrico Chico De Luigi

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.