Ριώ στα κυπριακά σημαίνει κρυώνω, τρέμω από το κρύο ή με πιάνει ρίγος.
Η λέξη έχει πολύ παλιές ρίζες και προέρχεται από το αρχαίο ριγώ, με την ίδια περίπου σημασία.
Ο τύπος «ριώ» καταγράφεται μάλιστα ειδικά στην κυπριακή διάλεκτο σε παλαιότερα γλωσσάρια και λεξικά.
Η λέξη ακουγόταν παλαιότερα πολύ περισσότερο στην καθημερινή ομιλία:
«Ριώ λαλώ σου και εν έρκουμαι.»
Διαβάστε επίσης:
Τι σημαίνει «όι άππαρον με την βάκλαν»;
Μια παλιά κυπριακή έκφραση και η ιστορία της λέξης «βάκλα», που επιβιώνει μέχρι σήμερα με διαφορετικές σημασίες.
Δηλαδή: κρυώνω, σου λέω, και δεν έρχομαι.
Σε παλιό κυπριακό κείμενο συναντούμε επίσης τη φράση:
«Ερίασα και επήα τζιαι εφόρησα τον καπότον μου.»
Με απλά λόγια, κρύωσε και πήγε να φορέσει το πανωφόρι του.
Μια μικρή λέξη της κυπριακής που κουβαλά μέσα της αιώνες ελληνικής γλώσσας.

Pingback
Άιναφετς
November 7, 2018 at 5:44 pm
Εντάξει Χρήστο θα τα μάθουμε τα Κυπριακά, αλλά μέχρι τότε, βάλε μας και καμιά μεταφρασούλα! 😉
Έχε την ευκήν μου… πάντως!!! 🙂
Chris Pinturicchio
November 8, 2018 at 2:29 pm
Τι δεν έχεις καταλάβει Στεφανία μου.
Ότι θες να μου λες να στα εξηγώ! Όσα καταλάβω και εγώ βέβαια 🙂
διονύσης μάνεσης
November 7, 2018 at 6:44 pm
Ευχαριστούμε. Θα το χρειαστούμε τώρα που αλλάζει ο καιρός 🙂
Χαιρετισμούς
Chris Pinturicchio
November 8, 2018 at 2:30 pm
Διονύση μου καλησπέρα. Δεν ξέρω για εσάς στην Ελλάδα, πάντως στην Κύπρο ακόμα δεν ριάσαμε!!! Ακόμα δρώνουμεν (ιδρώνω) 🙂