Ριώ – αρχαία ριγόω – κρυώνω, με πιάνει ρίγος Παραδείγματα από παλιό κυπριακό βιβλίο ριώ λαλώ σου και εν έρκουμαι ερίασα και επήα κη εφόρησα τον καπότον (πανωφόρι) μου ερίασα