Για τους Οθωμανούς, η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν μια οποιαδήποτε πόλη. Ήταν η πρωτεύουσα της παλιάς Βυζαντινής, δηλαδή Ανατολικής Ρωμαϊκής, Αυτοκρατορίας. Ένας τόπος με τεράστιο βάρος, ιστορία και συμβολισμό.
Όποιος κρατούσε την Πόλη, δεν κρατούσε μόνο τείχη, δρόμους και παλάτια. Κρατούσε ένα μεγάλο όνομα. Μπορούσε να σταθεί μπροστά στον κόσμο και να πει πως η δύναμή του δεν ήταν πια απλώς ένα κράτος που μεγάλωνε, αλλά μια αυτοκρατορία.
Γι’ αυτό και για τον Μωάμεθ Β΄ η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια στρατιωτική επιτυχία. Ήταν ζήτημα κύρους. Ήταν η στιγμή που θα έδειχνε πως οι Οθωμανοί είχαν πλέον τη δύναμη να διεκδικήσουν έναν ρόλο παγκόσμιο.

Από την οθωμανική πλευρά, η εκστρατεία παρουσιάστηκε και ως θρησκευτικό έργο. Η Πόλη ήταν η μεγάλη χριστιανική πρωτεύουσα της Ανατολής. Η κατάκτησή της συνδέθηκε με την ιδέα του ιερού πολέμου και με παλιές ισλαμικές παραδόσεις που μιλούσαν για την πτώση της Κωνσταντινούπολης.
Όμως τα πράγματα δεν ήταν μόνο θρησκευτικά. Ήταν και πολιτικά. Ήταν και στρατιωτικά. Ήταν και οικονομικά. Η Πόλη βρισκόταν ανάμεσα στις ευρωπαϊκές και ασιατικές κτήσεις των Οθωμανών. Όσο έμενε βυζαντινή, ήταν ένα εμπόδιο μέσα στην καρδιά της οθωμανικής εξάπλωσης.
Διαβάστε επίσης:
Εάλω η Πόλις: Η εξομολόγηση της πτώσης
Μια μικρή αφήγηση για την Άλωση, όχι από την πλευρά της δόξας, αλλά από την πλευρά του ανθρώπου που την έζησε.
Ο Μωάμεθ προετοίμασε την πολιορκία με προσοχή. Έχτισε το Ρούμελη Χισάρ στον Βόσπορο, για να ελέγχει τα περάσματα των πλοίων. Έφερε μεγάλα κανόνια, ικανά να χτυπήσουν τα τείχη που για αιώνες θεωρούνταν σχεδόν άπαρτα.
Για τους Οθωμανούς, αυτά τα τείχη ήταν ένας θρύλος από πέτρα. Κι όμως πίστευαν πως με επιμονή, οργάνωση και νέα πολεμικά μέσα μπορούσαν να τα σπάσουν.

Η πολιορκία άρχισε τον Απρίλιο του 1453. Ο στρατός του σουλτάνου ήταν μεγάλος και ανομοιογενής. Υπήρχαν Τούρκοι, Βαλκάνιοι, γενίτσαροι, εξισλαμισμένοι χριστιανοί και πολλά βοηθητικά σώματα. Για άλλους η εκστρατεία ήταν πίστη. Για άλλους δόξα. Για άλλους λάφυρα. Για πολλούς, απλώς διαταγή.
Για τον Μωάμεθ όμως ήταν δοκιμασία. Αν αποτύγχανε, θα έχανε κύρος. Αν πετύχαινε, θα έμενε στην ιστορία ως ο άνθρωπος που πήρε την Πόλη.
Μια από τις κινήσεις που έμειναν στη μνήμη των Οθωμανών ήταν η μεταφορά πλοίων από τη στεριά στον Κεράτιο Κόλπο. Ήταν μια πράξη τόλμης και τεχνικής σκέψης. Έδειχνε πως ο σουλτάνος δεν βασιζόταν μόνο στη δύναμη, αλλά και στο σχέδιο.
Στις 29 Μαΐου 1453 έγινε η τελική επίθεση. Για τους Οθωμανούς, η είσοδος στην Κωνσταντινούπολη ήταν στιγμή θριάμβου. Η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε τζαμί, ως σύμβολο της αλλαγής εξουσίας.
Ο Μωάμεθ, όμως, δεν ήθελε απλώς να καταστρέψει την Πόλη. Ήθελε να την κάνει δική του. Να τη ζωντανέψει ξανά. Να την κάνει πρωτεύουσα. Γι’ αυτό πήρε μέτρα για να κατοικηθεί, να λειτουργήσει η αγορά και να επιστρέψει η ζωή μέσα στα τείχη.

Από εκεί και πέρα, ο ίδιος δεν παρουσιάστηκε μόνο ως κατακτητής. Θέλησε να σταθεί και ως διάδοχος των παλιών αυτοκρατόρων. Ως νέος κύριος της Κωνσταντινούπολης, μπορούσε πλέον να συνδέσει την οθωμανική εξουσία με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική παράδοση.
Έτσι, για τους Οθωμανούς, η Άλωση είχε πολλές σημασίες μαζί. Ήταν στρατιωτική νίκη. Ήταν θρησκευτικός θρίαμβος. Ήταν πολιτική επιβεβαίωση. Ήταν η στιγμή που ένα κράτος μεταμορφωνόταν σε αυτοκρατορία.
Για τους Έλληνες και τους Βυζαντινούς, ήταν πτώση, τέλος και τραγωδία.
Για τους Οθωμανούς, ήταν κατάκτηση. Ήταν αρχή. Ήταν η στιγμή που η Κωνσταντινούπολη έγινε η καρδιά μιας νέας αυτοκρατορικής εποχής.

