Σου γράφω γιατί σε ποθώ, όπως και σου τηλεφωνούσα κάποτε από πόθο.
Όχι για να σου πω και να μου πεις το ένα και τ’ άλλο αλλά για να σ’ αγγίξω με τον ήχο μου και να μ’ αγγίξεις με τον δικό σου, για να κυλιστώ στην ανάσα σου, στο γέλιο σου, μέσα στις σιωπές σου.
Βαθιά στο λαβύρινθο του ακουστικού στο αυτί μου απλωνόταν ξέστρωτη η πιο ηδονική κλίνη. Γι’ αυτό κολλούσα στο τηλέφωνο, γι’ αυτό όλο έβρισκα προφάσεις να σου τηλεφωνώ… Σε ήθελα τόσο που προσπάθησα να βρω κι άλλη.
Για αντιπερισπασμό στην αβάσταχτη λαχτάρα μου για σένα, να τη μειώσω, να την ανακουφίσω… Πιο πολύ για να περιορίσω τη φοβερή ανασφάλεια πως, ίσως μ’ αφήσεις και να μετριάσω τον όλεθρο του πιθανού χωρισμού μας με μια ρεζέρβα. Από ανασφάλεια.
Διαβάστε επίσης:
Μάρω Βαμβουνάκη – Συγχωρείς αληθινά όταν ακόμη πονάς
Για τη συγχώρεση που δεν λέγεται εύκολα, δεν χαρίζεται από έπαρση και έχει αξία μόνο όταν ακόμη πονάς.
Όπως από παιδί που κουβαλούσα στην σάκα μου ένα σωρό όμοια στυλό από κάποιον αόριστο πανικό μην τελειώσουν και ξεμείνω στο διαγώνισμα. Έτσι και τώρα ήθελα να μαζέψω πλήθος γυναίκες άλλες, από πανικό μην ξεμείνω από σένα. Και μετά το ‘βλεπα!
[…]
Είναι μες στις συμφορές του έρωτα να σου εξατομικεύει τον άλλον σε βαθμό παράλογο. Εσύ λοιπόν δεν είχες όμοιό σου όπως τα στυλό. Εσύ δεν είχες ρεζέρβα. Κι απελπιζόμουνα από τον τρόμο μου.
Ο καλύτερος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις τον τρόμο είναι ίσως ν’ αφεθείς στα νύχια του.
Δεν ξέρω δηλαδή κι αν έχεις άλλη επιλογή ν’ ακολουθήσεις… Περπατώ στην άμμο όπως εσύ περπατούσες πάνω μου. Αφήνω χνάρια πάνω στη σάρκα της και με καίνε τα χνάρια σου στη δικιά μου. Κανένα κύμα ως τώρα δεν κατάφερε να σε φτάσει, κανένας άνεμος να σε σβήσει… ‘Ο, τι κι αν σου πω, δε θα μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε ΘΕΛΩ έτσι.
[…]
Νιώθω φορτωμένος, ξέχειλος από άχρηστες αποσκευές που μου είχαν καταπνίξει τον ωφέλιμο χώρο. Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω «σ’ αγαπώ», γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες, τα διαβάσματα, τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση;
Διαβάστε επίσης:
Μάρω Βαμβουνάκη – Η ψυχή είναι πιο βαθιά από την πληγή
Για τις πληγές που χρειάζονται φροντίδα, αλλά δεν πρέπει να γίνουν ολόκληρη η ζωή μας. Ένα κείμενο για την ευθύνη να προχωράς πέρα από όσα σε πόνεσαν.
Να σου λέω «Σ’ ΑΓΑΠΩ», γιατί ένα αρχέγονο κύμα βγαίνει από βαθιά μου, πρωτοφανές, άγνωστο και λέει έτσι… Ζαλίζομαι πάλι, ξεχνώ όλα τ’ άλλα, τις αποφάσεις μου όλες, απλώνω τα χέρια μου και σε πείσμα όλης της λογικής του κόσμου, όλης της φρόνησης, υπνωτισμένος απ’ τη γιγαντοαφίσα σου ορμώ να σε χαϊδέψω.
Σε πείσμα όλων σε θέλω σα μανιακός και με κυριεύει η παλιά λαχτάρα η πιο επιτακτική κι η πιο επίφοβη: ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΑΠΩΛΕΣΘΩ ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ ΠΑΡΑ ΝΑ ΣΩΘΩ ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ… Ο πιο μοναχικός δρόμος είναι αυτός που με παίρνει μακριά σου…
Το ΠΑΘΟΣ που το σώμα σου και το σώμα μου ύφαναν σφιχτά έκανε καλά τη δουλειά του. Με ηδονή και οδύνη μ’ έκαψε, μ’ έλιωσε και μ’ έχυσε σε καλούπι νέο. Μετά από σένα έχω γίνει άλλος… Θέλω να κλάψω, θέλω να γυρίσω πίσω, θέλω να σε ξαναβρώ.
Είμαι πιο αδύναμος απ’ αυτό το πούπουλο του κλέφτη, που πετάει στον άνεμο. Πούπουλο είμαι κι εγώ με άνεμο, τη δικιά σου ανάσα. Είμαι αδύναμος σαν ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ. Είμαι μόνιμο εξάρτημα της ανάγκης για σένα… Οι στόχοι που διάλεξα υποχωρούν νικημένοι απ’ τον στόχο που με διάλεξε.
Εσύ είσαι ο στόχος που με διάλεξε, η αναπότρεπτη μοίρα μου, η άγρυπνη ματιά στου μυαλού μου το θόλο…
[…]
ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ πυκνή όσο ο σπόρος του παγκόσμιου μια ώρα πριν τη γένεσή του. Μια νύχτα μαζί σου αστραφτερή σαν αστραπή του Ολύμπου. Μια νύχτα μαζί σου ηδονική σαν τη πτώση απ’ του Παράδεισου το ξέφωτο στην εξορία του Αδάμ που δεν τελειώνει…
ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΕΡΩΤΑ κι ύστερα ας χαθώ στη σκοτεινιά του τίποτα, του χωρίς εσένα. Θ’ αναπαυθώ εν ειρήνη μια κι όλα θα τ’ αποκτήσω και θα τα ζήσω σε μια νύχτα…
Απόσπασμα από το βιβλίο Η μοναξιά είναι από χώμα
Φωτογραφία: Franciele Teix

