Απ’ όσα πράγματα έχω δει,
μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω,
απ’ ό,τι έχω αγγίξει,
μονάχα το δέρμα σου θέλω ν’ αγγίζω:
αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου,
μ’ αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι.
Πώς να γίνει, αγάπη, αγαπημένη,
δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν,
δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε,
εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω,
φυσικότατα ερωτευμένος.
Μ’ αρέσεις κάθε βράδυ και πιο πολύ.
Διάβασε επίσης:
Juan Vicente Piqueras – Εκείνη κι εγώ
Ένα ποίημα για δύο ανθρώπους που διαφέρουν σχεδόν στα πάντα.
Κι όμως, βρίσκουν μέσα στην αγάπη τον δικό τους κοινό τόπο.
Πού να ‘ναι; όλο ρωτάω
αν λείψουν μια στιγμή τα μάτια σου.
Πόσο αργεί! σκέφτομαι και με πειράζει.
Αισθάνομαι φτωχός, ανόητος και θλιμμένος,
και φτάνεις εσύ κι είσαι θύελλα
που φτερούγισε μέσα απ’ τις βερυκοκιές.
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ κι όχι γι’ αυτό,
για τόσα πράματα και τόσο λίγα,
κι έτσι πρέπει να ‘ναι ο έρωτας
μισόκλειστος και ολικός,
ιδιάζων και τρομαχτικός,
σημαιοστόλιστος και πενθοφορεμένος,
λουλουδιασμένος σαν τ’ αστέρια
και χωρίς μέτρο – όριο, σαν το φιλί.
Μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου

