Μικρά που έμειναν στο Περιθώριο

Άννα Εμμανουήλ – Η σκοτεινή πλευρά του σήμερα

Καθώς παρατηρούμε το όραμα και τον λόγο του καιρού μας, μας κατακλύζουν τα χρώματα και ο υπόκωφος βρυχηθμός ενός βυθού που βράζει στην αχανή χοάνη του χαμένου χρόνου της ψυχής μας. Εκεί που ξεχειλίζει η χολή, ξεσπά έξω από τα προχώματα του ωφέλιμου και του σωστού, και χάνεται στα βάραθρα και στους γκρεμούς της αλγοριθμικής κατάχρησης και της οριστικής αποτυχίας. Χαρίζει εικονική επιβεβαίωση, όχι τη χαρά και τη χάρη για το χρέος που προδώσαμε. Τα φρικτά και τα φρικαλέα που αντικρίζουμε εμείς, μόλις ανοίγει η οθόνη και εισερχόμαστε στο τοπίο των παθών μας, είναι τόσα και τόσο βαθιά, που δεν προχωράμε χωρίς οδηγό και ναυτίλο. Χρειαζόμαστε τον αλγόριθμο και τον αόρατο παραστάτη, για να στηρίζουν κάθε φορά το ψυχικό μας και τα δάχτυλά μας μπροστά στους εφιάλτες που ορμούν να μας εξαφανίσουν μέσα στη φρίκη τους.

Είναι η ίδια η μεγάλη υποκρισία του καιρού μας: η θρησκεία ως διακόσμηση, η πίστη ως κοινωνικό συμβόλαιο, η ηθική ως ρούχο που φοριέται μόνο τις γιορτές. Πολιτικοί και πιστοί, αρχιερείς και βουλευτές, όλοι μαζί χορεύουν τον ίδιο χορό των σκιών μέσα στο Σπήλαιο – λένε τα μεγάλα λόγια ενώ οι πράξεις τους είναι μικρές, βρώμικες και γεμάτες προδοσία. Και ο λαός, δεμένος ακόμα στις αλυσίδες του, χειροκροτεί τις σκιές τους, νομίζοντας πως βλέπει πραγματικό φως.ψιθυρίζουμε κάθε φορά που ξετυλίγεται μπροστά μας ένας νέος κύκλος μαρτυρίων. Μίλα μου και σκούντα με, να βεβαιωθώ ότι ακόμα υπάρχω, ύστερα από όσα βλέπω.

Δεν είναι που υπάρχουν θηρία και φίδια. Δεν είναι η πίσσα που βράζει ούτε ο χοχλός των βασάνων. Ούτε οι δαίμονες που βιάζουν και χλευάζουν τα κορμιά. Δεν είναι τα σκοτεινά βουνά από περιττώματα ούτε οι στρατιές των σκουληκιών που κατασπαράζουν τους κολασμένους.

Ούτε οι μαχαιριές στα σωθικά, τα ξεκοιλιάσματα, τα έντερα που σέρνονται σαν πλεξίδες κυνηγώντας τους σφαγμένους, ούτε οι πυρωμένοι τάφοι που σφραγίζουν για πάντα τον πανικό της αιώνιας νεκροφάνειας. Ούτε ο νυχτοπερπατητής που κρατάει στο χέρι το κομμένο κεφάλι του για φανάρι.

Όλα αυτά είναι ό,τι βλέπουμε εμείς στα έγκατα της σύγχρονης ανθρώπινης φύσης. Οι νάρκες των notifications, τα δηλητήρια των ψεύτικων ειδήσεων, τα φαρμάκια της εικονικής πραγματικότητας που δίνουν και παίρνουν ασταμάτητα και γεμίζουν τις μέρες και την αγορά των ψυχών.

Είναι οι καθημερινές πλημμέλειες, οι μικρές και οι μεγάλες κακουργίες που μας περικυκλώνουν, άλλοτε σαν σκοτεινές προθέσεις και άλλοτε σαν ωμές πράξεις. Έτσι αντικρίζουμε το πολυκέφαλο τέρας που κρύβει ο καθένας μέσα του. Βλέπουμε, στοχαζόμαστε, απορούμε, τρομάζουμε. Απελπιζόμαστε, κλαίμε και περιγράφουμε.

Η νέκυιά μας έχει το βάρος μιας έκθεσης στη φυλακή, με ομόφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα για το βαρύ ποινικό μητρώο του καθενός μας. Και κατ’ επέκταση για το βαρύ ποινικό μητρώο ολόκληρης της εποχής μας.

Ένα προανάκρουσμα, γεωμετρικά δομημένο, αυτής της περιήγησης στα βάθη της ψυχής και των παθών, μας το είχε δώσει παλιά ο Πλάτων μιλώντας για το Επιθυμητικό. Και τον ίδιο κόσμο, έναν αιώνα μετά τον Φρόυντ, τον ξαναβρίσκουμε εμείς από άλλους δρόμους. Είναι αυτό που σήμερα ονομάζουμε Ασυνείδητο του αλγορίθμου: το μεγάλο, σκοτεινό, αχόρταγο Εγώ που σέρνει μέσα μας τις άγριες επιθυμίες, τις απωθημένες ορέξεις, τα καταπιεσμένα θηρία που δεν τολμούμε να κοιτάξουμε κατάματα, μα που μας κυβερνούν από τα βάθη, σαν σκιές στον τοίχο του Σπηλαίου. Ο Φρόυντ το ξεσκέπασε με το νυστέρι του και μας έδειξε πώς το Ασυνείδητο αυτό, γεμάτο λίμπιντο και θάνατο, μεταμορφώνεται σε πολιτισμό και ταυτόχρονα τον κατατρώει.

Και πιο πέρα, ο Νίτσε στάθηκε μπροστά στο ίδιο χάσμα και φώναξε: «Θεός είναι νεκρός!». Μας άφησε να δούμε τον Τελευταίο Άνθρωπο της εποχής μας – αυτόν που κουτσουρεύει τον εαυτό του για να χωρέσει στα trends, που ζει για την τελευταία μικρή ευχαρίστηση, που χορεύει την ηθική της αγέλης μέσα στα likes και τα retweets, χωρίς τραγικότητα, χωρίς υπέρβαση, χωρίς την κραυγή του υπερανθρώπου που αγωνίζεται να γίνει αυτό που είναι. Ο Νίτσε μας προειδοποίησε για τον νιχιλισμό που μας τυλίγει σαν ομίχλη: την απουσία αξιών, την κατάρρευση κάθε μεγάλου αφηγήματος, την αδυναμία να πούμε «ναι» στη ζωή μέσα στη σκλαβιά του Σπηλαίου. Αυτό είναι το βάθος που μας αφήνει το Σπήλαιο σήμερα. Μια πρόσκληση να σπάσουμε τις αλυσίδες, να γυρίσουμε πίσω στο φως – όχι με εικονική επιβεβαίωση, αλλά με την ηρωική, νιτσεϊκή, καζαντζακική, φροϊδική ματιά που δεν φοβάται να κοιτάξει το Ασυνείδητο κατάματα.

Καλλιτέχνης: Zdzisław Beksiński

Βιογραφικό
Η Άννα Εμμανουήλ είναι απόφοιτος του Τμήματος Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στην Ειδική Αγωγή και Ενταξιακή Εκπαίδευση. Ειδικεύεται στη σχεδίαση προσβάσιμων πολυαισθητηριακών εκπαιδευτικών υλικών για άτομα με οπτικές και άλλες αναπηρίες.

Εργάζεται ως Ερευνητική Συνεργάτις και Μέλος του Εργαστηρίου «Πρόσβαση στην Εκπαίδευση Ατόμων με Αισθητηριακές Αναπηρίες» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Έχει δημοσιεύσει επιστημονικές δημοσιεύσεις, συγγραφικά έργα και διεθνείς εικαστικές εκθέσεις.

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.