Για τον Kafka αντλούμε πολλές πληροφορίες για τον βίο του μέσα από τα βιβλία, αλλά ιδίως μέσα από τις επιστολές του. Ανάμεσα στις εκατοντάδες που έγραψε, καμιά δεν ξεπερνά την 47σέλιδη επιστολή που απηύθυνε στον πατέρα του, Hermann, τον Νοέμβριο του 1919. Είναι ίσως το πλησιέστερο πράγμα που έχουμε σε αυτοβιογραφία του.
Ωθούμενος, σε μεγάλο βαθμό, από τη διάλυση του αρραβώνα του με τη Felice Bauer, αλλά και από τη συνεχή αποδοκιμασία του πατέρα του, ο τριανταεξάχρονος τότε Kafka αποφάσισε να μιλήσει για έναν φόβο που τον συνόδευε από την παιδική του ηλικία.

Δεν έγραψε απλώς μια επιστολή. Έγραψε μια εσωτερική απολογία. Μια προσπάθεια να εξηγήσει πώς η πατρική αυστηρότητα, η πίεση και η συναισθηματική κακοποίηση μπορούν να γίνουν ένας μόνιμος τρόπος ύπαρξης.
Η επιστολή ανοίγει με την πιο απλή και πιο δύσκολη παραδοχή: τον φόβο. Ο Kafka δεν μπορεί να απαντήσει προφορικά στον πατέρα του, γιατί ο ίδιος ο φόβος τον εμποδίζει. Έτσι, καταφεύγει στη γραφή.
«Πρόσφατα με ρώτησες κάποια φορά γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Εγώ δεν ήξερα, ως συνήθως, τι να σου απαντήσω, εν μέρει ακριβώς λόγω του φόβου που νιώθω για σένα, εν μέρει επειδή στην αιτιολόγηση του φόβου αυτού συγκαταλέγονται πάρα πολλές λεπτομέρειες, που εν τη ρύμη του λόγου εγώ ούτε κατά το ήμισυ δεν θα μπορούσα να τις συγκρατήσω.»
Από την αρχή φαίνεται πως το πρόβλημα δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ήταν μια ολόκληρη σχέση που χτίστηκε πάνω στην ανισότητα. Ο πατέρας εμφανίζεται ως ισχυρός, βέβαιος, αμετακίνητος. Ο γιος ως αδύναμος, διστακτικός, πάντοτε εκτεθειμένος στην κρίση του.
Διαβάστε επίσης:
Ερωτική επιστολή του Franz Kafka στη Milena Jesenská
Ένα παράξενο ερωτικό όνειρο, όπου οι δύο αγαπημένοι αλλάζουν μορφές, χάνονται ο ένας μέσα στον άλλο, και η φωτιά γίνεται εικόνα του φόβου, της επιθυμίας και της αδυναμίας να σωθεί κανείς ολοκληρωτικά.
«Μόνο ως πατέρας παραήσουν δυναμικός για μένα, ιδιαίτερα εφόσον οι αδελφοί μου απέθαναν μικροί, οι αδελφές ήρθαν πολύ αργότερα, εγώ επομένως έμελλε να υπομείνω εντελώς μονάχος το πρώτο χτύπημα, γι’ αυτό παραήμουν αδύναμος εγώ.»
Σε ένα από τα πιο σκληρά σημεία της επιστολής, ο Kafka θυμάται ένα παιδικό περιστατικό. Ζητούσε νερό τη νύχτα. Ο πατέρας του τον τράβηξε από το κρεβάτι και τον άφησε μόνο, έξω από την πόρτα. Το γεγονός δεν τον πλήγωσε μόνο τότε. Έμεινε μέσα του σαν μόνιμη εικόνα τρόμου.

«Αφού κάποιες έντονες απειλές δεν ωφέλησαν, με τράβηξες απ’ το κρεβάτι εσύ, μ’ έβγαλες σηκωτό στο μεσαύλι και μ’ άφησες εκεί μονάχο έξω απ’ την πόρτα την κλειστή να στέκω για λίγο με το νυχτικό. Δεν θέλω να πω πως δεν ήταν σωστό αυτό, ίσως εκείνον τον καιρό να μην ήταν πράγματι δυνατόν με άλλον τρόπο να εξασφαλιστεί η νυχτερινή ησυχία, θέλω όμως μ’ αυτό να χαρακτηρίσω τα δικά σου τα παιδαγωγικά τα μέσα και την επίδρασή τους σ’ εμένα.»
Αυτό που μένει δεν είναι μόνο η τιμωρία, αλλά η αίσθηση της μηδαμινότητας. Ο πατέρας δεν είναι απλώς πατέρας, γίνεται στα μάτια του παιδιού μια απόλυτη εξουσία. Μια μορφή που μπορεί να ακυρώσει την παιδική ασφάλεια.
«Ακόμη κι ύστερα από χρόνια υπέφερα από τη βασανιστική φαντασίωση ότι ο πελώριος ο άνδρας, ο πατέρας μου, η εσχάτη κρίση, μπορούσε να έρθει σχεδόν χωρίς αιτία και μέσα στη νύχτα να με βγάλει απ’ το κρεβάτι σηκωτό στο μεσαύλι κι ότι εγώ επομένως ήμουν ένα μηδενικό για ’κείνον.»
Εκεί όπου ένα παιδί χρειάζεται ενθάρρυνση, ο Kafka περιγράφει ότι συνάντησε εμπόδιο. Δεν ζητά κάτι υπερβολικό. Ζητά λίγη ευγένεια, λίγο άνοιγμα του δρόμου, μια ελάχιστη αναγνώριση που θα του επέτρεπε να σταθεί πιο σταθερά στον κόσμο.
«Εγώ χρειαζόμουν λίγην ενθάρρυνση, λίγην ευγένεια, λίγο άνοιγμα του δρόμου μου, αντί γι’ αυτό εσύ μου τον έφραζες, με την καλή πρόθεση βέβαια να πάρω άλλον δρόμο. Αλλά για ’κείνα δεν έκαμνα εγώ.»
Η αποδοκιμασία δεν ερχόταν πάντα με φωνές. Μερικές φορές αρκούσε ένας ειρωνικός αναστεναγμός, ένα κούνημα του κεφαλιού, μια φράση που μικραίνει τον άλλον. Αυτή η καθημερινή υποτίμηση φαίνεται πως ήταν για τον Kafka εξίσου καθοριστική με τις μεγάλες συγκρούσεις.
«Αρκούσε μόνο να είναι ευτυχής ο άλλος για κάποιο ζήτημα, να τον πληροί αυτό, νά ’ρχεται σπίτι και να το εκστομίζει, κι η απάντηση ήταν ένας ειρωνικός αναστεναγμός, ένα κούνημα του κεφαλιού, ένα χτύπημα με τα δάχτυλα επάνω στο τραπέζι: “Έχω δει κι ωραιότερα” ή “Μιλάς εσύ για έγνοιες” ή “εγώ δεν έχω τόσο ήσυχο κεφάλι” ή “Άλλο και τούτο!” ή “Κοίτα να βγάλεις κάτι εσύ!”»
Έτσι, η επιστολή δεν είναι μόνο μια προσωπική εξομολόγηση. Είναι και μια μαρτυρία για το πώς η παιδική ηλικία μπορεί να σημαδευτεί από τη συνεχή αίσθηση ότι δεν αρκείς. Ότι ό,τι κι αν πεις, ό,τι κι αν κάνεις, υπάρχει πάντα μια φωνή πιο δυνατή από τη δική σου που θα το απορρίψει.
Η μετάφραση ανήκει στον Αλέξανδρο Κυπριώτη.
Βιβλίο: Φραντς Κάφκα, Επιστολή προς τον πατέρα.

