Μικρά που έμειναν στο Περιθώριο

Γιαννούλης Χαλεπάς: Όταν ο πόνος γίνεται μάρμαρο

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς δεν έζησε μια εύκολη ζωή.

Έζησε ανάμεσα στο μάρμαρο, στον πόνο και σε μια αδιάκοπη πάλη με τον ίδιο του τον εαυτό. Από την Τήνο των παιδικών του χρόνων μέχρι την αναγνώριση, τον έρωτα, τη συντριβή και τη μεγάλη σιωπή, η πορεία του μοιάζει με βαθιά ανθρώπινη διαδρομή.

Δεν είναι μόνο η ιστορία ενός μεγάλου γλύπτη. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που πάλεψε με τα σκοτάδια του και κατάφερε, μέσα από την τέχνη, να δώσει μορφή σε όσα δεν μπορούσαν εύκολα να ειπωθούν.

Η πέτρα, στα χέρια του, δεν γίνεται απλώς έργο. Γίνεται μνήμη, πληγή, λύτρωση. Γίνεται ένας τρόπος να σταθεί απέναντι στην οδύνη και να της δώσει νόημα.

Στο Σμιλεύοντας το όνειρο, η Άννα Εμμανουήλ φωτίζει αυτή τη διαδρομή με τρόπο λυρικό και ανθρώπινο. Μιλά για το τίμημα της δημιουργίας, τη μοναξιά του μεγάλου καλλιτέχνη και τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην έμπνευση και στην πτώση.

Μια αφήγηση για την ανθρώπινη αντοχή, την εσωτερική δοκιμασία και την ελευθερία που μπορεί να γεννηθεί όταν ο πόνος μεταμορφώνεται σε έργο.

Πιο κάτω παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο.

Απόσπασμα
Έμεινα μόνος. Μέσα σε ένα σπίτι που έσταζε αναμνήσεις. Μέσα σε μια αυλή γεμάτη σπασμένα πετρώματα και βουβές σκιές. Χωρίς μάνα. Χωρίς πατέρα. Χωρίς αδέλφια. Χωρίς καν το μίσος ή το έλεος των άλλων. Μόνο εγώ. Εγώ και το μάρμαρο. Ο λευκόλιθος που ήταν πια ό,τι απέμεινε να με αναγνωρίζει. Ο λευκόλιθος που, ακόμη και τώρα, έπαιρνε τη μορφή εκείνων που αγάπησα και έχασα. Ο λευκόλιθος που δεν με πρόδωσε ποτέ.

Κανείς δεν φώναξε. Κανείς δεν έκλαψε δυνατά. Μόνο τα μάτια της, μισόκλειστα, σαν να κρατούσαν ακόμα το τελευταίο της παράπονο. Έμεινα μόνος στο σπίτι. Πιο μόνος απ’ ό,τι ήμουν ποτέ. Δεν άναψα φωτιά. Δεν έβρασα νερό. Δεν άλλαξα τίποτα.

Περπατούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο, αγγίζοντας τα έπιπλα, τα σπασμένα τζάμια, τις ξεφτισμένες κουρτίνες. Λες και περίμενα να βρω κάπου τη ζωή που είχα χάσει.

Στεκόμουν εκεί, δίπλα στη σορό της, με το βλέμμα χαμένο, το σώμα μου αδρανές, σαν παλιό, εγκαταλειμμένο άγαλμα. Οι γυναίκες του χωριού μοιρολογούσαν, σπάραζαν. Τα ανίψια μου έκλαιγαν γοερά. Κι εγώ — άδειος. Ούτε κραυγή. Ούτε δάκρυ. Μόνο μια αόριστη ελαφρότητα που πλανιόταν γύρω μου σαν σύννεφο.

Αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε φωνές. Ούτε μνήμες. Μόνο στάχτη. Για μέρες δεν μίλησα. Δεν έφαγα. Δεν κίνησα τίποτα. Κι ύστερα, ένα απόγευμα, με τον ήλιο να γέρνει κατακόκκινος πίσω απ’ τα ξερά χωράφια, έπεσε το βλέμμα μου σε μια μικρή πέτρα, πεταμένη στην άκρη της αυλής. Τη σήκωσα χωρίς να το σκεφτώ. Το χέρι μου γνώριζε ακόμα πώς να χαϊδέψει τη σκληράδα της. Το δέρμα της πέτρας ήταν κρύο, γνώριμο, τρομακτικά ζωντανό. Χωρίς να ξέρω γιατί, άρπαξα ένα παλιό καλέμι — σκουριασμένο, ξεχασμένο σ’ ένα ράφι — και άρχισα να σκάβω.

Στην αρχή αδέξια. Σαν παιδί που ξαναμαθαίνει να περπατά. Ύστερα πιο σίγουρα. Πιο βαθιά. Το μάρμαρο άρχισε να μιλά. Όχι με λέξεις. Με μορφές. Ένα πρόσωπο γεννήθηκε μέσα στο κρύο της. Ένα πρόσωπο άγνωστο, θλιμμένο, σπασμένο. Ήταν το δικό μου. Από εκείνη τη μέρα, δεν σταμάτησα πια. Δεν υπήρχε κοινό. Δεν υπήρχε χειροκρότημα. Δεν υπήρχε φιλοδοξία. Υπήρχε μόνο η ανάγκη. Η άγρια, ανείπωτη ανάγκη να χαράξω, να πλάσω, να ξαναγεννήσω τη σιωπή που με έπνιγε. Και η πέτρα άκουγε. Και υπάκουε. Με αγκάλιαζε, όπως κανείς άλλος δεν είχε κάνει.

Κάποια μέρα, όταν δεν με έβρισκαν, με αναζήτησαν. Με βρήκαν στο υπόγειο. Σκυμμένο πάνω από ένα κομμάτι πηλού. Με τα χέρια μου βουτηγμένα μέσα στο κρύο, υγρό υλικό, να ζυμώνουν αργά, σταθερά. Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα τις ανιψιές μου που θρηνούσαν. Και τότε, με φωνή χαμηλή, ήρεμη, τους είπα:

«Σωπάστε… κι εγώ θα πιάσω την τέχνη να δουλεύω.». Κι εγώ, μέσα στην ίδια τη σκόνη του πένθους, μέσα στον ίδιο τον θάνατο, ένιωσα ελεύθερος.

Βιογραφικό

Η Άννα Εμμανουήλ είναι απόφοιτος του Τμήματος Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στην Ειδική Αγωγή και Ενταξιακή Εκπαίδευση. Ειδικεύεται στη σχεδίαση προσβάσιμων πολυαισθητηριακών εκπαιδευτικών υλικών για άτομα με οπτικές και άλλες αναπηρίες.

Εργάζεται ως Ερευνητική Συνεργάτις και Μέλος του Εργαστηρίου «Πρόσβαση στην Εκπαίδευση Ατόμων με Αισθητηριακές Αναπηρίες» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Έχει δημοσιεύσει επιστημονικές δημοσιεύσεις, συγγραφικά έργα και έχει συμμετάσχει σε διεθνείς εικαστικές εκθέσεις.

Έχει γράψει δύο βιβλία: την ποιητική συλλογή Εστί ηδονή και τη νουβέλα Σμιλεύοντας το όνειρο.

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.