Μικρά που έμειναν στο

Italo Calvino – Ο κόσμος μας

Ο Κουμπλάι ρώτησε τον Μάρκο: Εσύ που γυρνάς τον κόσμο εξερευνώντας και βλέπεις τα σημάδια, θα ήξερες να μου πεις σε ποιους απ’ αυτούς τους μελλοντικούς τόπους μας σπρώχνουν οι ευνοϊκοί άνεμοι.

Γι’ αυτά τα λιμάνια δε θα μπορούσα να χαράξω την πορεία πάνω στο χάρτη ούτε να ορίσω την ημερομηνία προσόρμισης. Μερικές φορές μου φτάνει μια γρήγορη ματιά, ένα άνοιγμα στη μέση ενός παράλογου τοπίου, μια αναλαμπή φώτων μέσα στην ομίχλη, ο διάλογος δυο περαστικών που συναντιούνται μες στο πλήθος, για να σκεφτώ ότι φεύγοντας από εκεί θα συναρμολογήσω κομμάτι κομμάτι την τέλεια πόλη, φτιαγμένη από συντρίμμια ανακατεμένα με τα υπόλοιπα, από στιγμές που τις χωρίζουν μεσοδιαστήματα, από μηνύματα που στέλνει κάποιος και δεν ξέρει ποιος τα παίρνει. Αν σου πω ότι η πόλη που είναι ο σκοπός του ταξιδιού μου δείχνει μια ασυνέχεια στο χώρο και το χρόνο, άλλοτε αραιώνοντας κι άλλοτε πυκνώνοντας, δεν πρέπει να πιστέψεις πως η αναζήτηση της μπορεί να σταματήσει. Ίσως ενώ μιλάμε, υψώνεται διάσπαρτη μέσα στα σύνορα της αυτοκρατορίας σου˙ μπορείς να προσπαθήσεις ν’ ανακαλύψεις τα ίχνη της, αλλά μόνο με τον τρόπο που σου είπα.

 Ήδη ο Μέγας Χαν ξεφύλλιζε στον άτλαντα του τους χάρτες των πόλεων που απειλούν μέσα στους εφιάλτες και τις κατάρες: Ενόχ, Βαβυλώνα, Γιάχου, Μπούτουα, Γενναίος Νέος Κόσμος.

 Είπε: Όλα είναι ανώφελα, αν ο τόπος της τελικής άφιξης δεν μπορεί παρά να είναι η κολασμένη πόλη, κι είναι εκεί που μας τραβάει το ρεύμα, με κύκλους που όλο και στενεύουν.

Και ο Πόλο: Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον. Αν υπάρχει μια κόλαση είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δυο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε.

Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: Να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να μην βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: Να προσπαθήσουμε να μάθουμε και να αναγνωρίσουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο.

********************************

Είναι φορές που μου φαίνεται ότι η φωνή σου έρχεται σ’ εμένα από μακριά, ενώ εγώ είμαι φυλακισμένος σ’ ένα φανταχτερό κι αβίωτο παρόν, στο οποίο όλες οι μορφές της ανθρώπινης συμβίωσης έφτασαν στα άκρα του κύκλου τους και κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ποιες νέες μορφές θα πάρουν.

Και ακούω από τη φωνή σου τις αόρατες αιτίες για τις οποίες οι πόλεις ζούσαν, και για τις οποίες ίσως, μετά το θάνατό τους, θα ξαναζήσουν.

********************************

Εγώ μιλώ, μιλώ, λέει ο Μάρκο..

Μα όποιος ακούει συγκρατεί στο μυαλό του μονάχα τις λέξεις που περιμένει να ακούσει. Άλλη είναι η περιγραφή του κόσμου όταν την ακούς με καλή διάθεση, άλλη εκείνη που θα μπορούσα να υπαγορεύσω σε προχωρημένη ηλικία, αν συνέβαινε να φυλακιστώ από Γενοβέζους πειρατές και να με ρίξουν στα κάτεργα στο ίδιο κελί με έναν συγγραφέα βιβλίων περιπέτειας.

Αυτός που κυβερνά την αφήγηση δεν είναι η φωνή: είναι το αυτί.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο Αόρατες πόλεις

Φωτογραφία: Emilio Ronchini

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: