Στρηνιάρης

Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη στρῆνος, που έχει την έννοια της φιληδονίας, της λαγνείας, της ορμής για συνουσία, του σεξουαλικού πόθου, του δαίμονα που κυριεύει την ψυχή (σχετικά με το σεξ) αλλά και την αλαζονική χλιδή και πολυτέλεια.

Στην Κύπρο την χρησιμοποιούμε με διάφορες έννοιες. Για παράδειγμα:

με την έννοια του ωραίου ντυσίματος

“είσαι πολλά στρηνιάρης με τούντα ρούχα”

με την έννοια του σέξι

“εν μιάλλη στρήνα τζίνει, εννά σε πελλάνει”

με την έννοια του cool

“ο Κωστής εν στρηνιάρης, μεν τον φοάσε”

Η λέξη συναντάται ιδιαίτερα σε αρχαία κείμενα. Παρακάτω παραθέτω απόσπασμα από την Αποκάλυψη του Ιωάννη (Κεφάλαιο 18).

“καὶ μεμισημένου, ὅτι ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πέπωκαν πάντα τὰ ἔθνη καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς μετ᾽ αὐτῆς ἐπόρνευσαν καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτησαν”.

Κλείνοντας να αναφέρω πως ο στρηνιάρης, δεν έχει σχέση με την στρίνα (λατινικό strena – σημαίνει δώρο, οιωνός). Από αυτήν την λέξη έχουμε το μπουλουστρίνα (πρωτοχρονιάτικο δώρο) ή πουλουστρίνα-πουλουστρένα, όπως το λέμε στην Κύπρο.

Previous Post
Next Post

No Comments

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: