Μικρά που έμειναν στο Περιθώριο

Εάλω η Πόλις: Η εξομολόγηση ενός στρατιώτη

«Μέρες ολόκληρες μάζευαν κόσμο. Οι τελάληδες ξελαρυγγιάστηκαν. Διατυμπάνιζαν πως ο νέος Σουλτάνος θα κήρυττε ιερό πόλεμο ενάντια στους άπιστους. Όλοι έπρεπε να συμμετάσχουμε. Ήταν θέλημα του Αλλάχ. Μεγάλη τιμή, μας έλεγαν, που θα παίρναμε μέρος. Θα ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μας τύχει στη ζωή μας.

Μέρα παρά μέρα πληθαίναμε. Οι λοχίες έλεγαν πως φτάσαμε τις εκατό χιλιάδες. Ποιος ξέρει, ίσως να ήμασταν και περισσότεροι. Μας μοίρασαν και όπλα. Άλλοι πήραν σπαθιά, άλλοι ακόντια, ρόπαλα και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Άλλοι τραβούσαν τα κανόνια του Ούγγρου Ουρβανού. Όσοι δεν είχαν όπλα, έπαιρναν ό,τι έβρισκαν. Από δρεπάνια του θερίσματος μέχρι σφυριά των σιδεράδων.

Εμείς ήμασταν οι άτακτοι. Η πρώτη γραμμή. Κανείς μας δεν ήταν στρατιώτης. Κανείς δεν γνώριζε τίποτα από μάχη. Οι περισσότεροι ήταν βοσκοί και γεωργοί. Ό,τι ήθελες έβρισκες ανάμεσά μας. Μέχρι και άπιστους Χριστιανούς είχε, που έψαχναν χρήματα και δόξες.

Φύγαμε από την Αδριανούπολη στις 23 Μαρτίου. Περπατούσαμε ακατάπαυστα μέχρι που φτάσαμε στο Μπακίρκιοϊ, το Μακροχώρι, στις 4 Απριλίου. Ο Σουλτάνος είπε πως μια μέρα ήταν αρκετή για ξεκούραση. Στις 6 ξεκινήσαμε την πολιορκία. Οι λοχίες μάς έδωσαν αυστηρές διαταγές. Όταν θα επιτιθόμασταν, να φωνάζουμε Αλλάχ-Αλλάχ. Να ακούγεται μέχρι την άλλη μεριά του κόσμου, μας έλεγαν με τρομερό πάθος.

Τα τείχη των απίστων έφταναν μέχρι τον ουρανό. Μπροστά τους είχαν μια μεγάλη τάφρο γεμάτη νερό. Το βάθος της ήταν ασύλληπτο. Σε κάθε επίθεση που κάναμε, εκατοντάδες πτώματα σμπαραλιάζονταν μέσα στην τάφρο. Αντί για τα πλούτη και τα νέκταρ που τους έταζαν, τώρα κείτονταν στο νερό. Τα σώματά τους πρήζονταν. Το τοπίο μύριζε θάνατο. Κάθε βράδυ μας έλεγαν τα ίδια. Τυχεροί οι στρατιώτες που πίνουν το νέκταρ του μαρτυρίου, φώναζαν.

Μέρα νύχτα κάναμε επιθέσεις. Τα κανόνια δεν έπαυαν να στοχεύουν τα τείχη. Τα πτώματα στην τάφρο ήταν πλέον χιλιάδες. Μπορούσαμε να πατούμε πάνω τους. Τεράστιες μύγες τούς έκαναν παρέα. Η πύλη του Αγίου Ρωμανού, μετά από εκατοντάδες κανονιές, άνοιξε. Πλέον τη λέγαμε Τοπ Καπί, δηλαδή η Πύλη του Κανονιού. Παρακαλούσαμε να πεθάνουμε. Δεν αντέχαμε άλλο αυτό το πράγμα. Ας μας έπαιρνε κι εμάς ο Αλλάχ, στα τοπία που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να συλλάβει.

Αρχίσαμε να βάζουμε τις σκάλες για να ανέβουμε στα τείχη. Μας σημάδευαν με τα τόξα. Θα σκότωσαν μερικές χιλιάδες με αυτόν τον τρόπο. Ήμασταν απροστάτευτοι, στο χείλος του θανάτου. Οι άπιστοι μάς έριχναν από πάνω και λιωμένο μολύβι. Χώριζε τα κόκαλα από τη σάρκα. Άτυχοι όσοι λούστηκαν από αυτό. Σπάραζαν από τους πόνους μέχρι να τους πάρει ο Αλλάχ. Όσοι προσπαθούσαν να ξεφύγουν, τους σκότωναν οι λοχίες κάτω. Αμέσως τους έριχναν στην τάφρο. Όσο πλήθαιναν τα πτώματα στο νερό, τόσο πιο σταθερά στεκόμασταν πάνω τους.

Μετά από ατέλειωτες ώρες μάχης, μπήκαμε μέσα. Έγινε μεγάλη σύγκρουση με τους άπιστους πριν υποχωρήσουν. Ήμασταν πολλαπλάσιοί τους. Φτάσαμε κοντά σε έναν πύργο. Ήταν τα τείχη του παλατιού του βασιλιά. Μπήκαμε μέσα αθόρυβα. Κανείς δεν μιλούσε. Υπήρχε απόλυτη σιγή. Κοιτάξαμε από μια θύρα κάτω, εκεί όπου γινόταν η μεγάλη μάχη. Πλέον όλα είχαν τελειώσει. Έτρεχαν να φύγουν. Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη σιγή, ακούσαμε έναν άπιστο να φωνάζει με σπαρακτική φωνή: Εάλω η Πόλις. Ακόμα τον θυμάμαι».

Σηκώθηκε υποβασταζόμενος από την καρέκλα και αποχώρησε κλαίγοντας. Οι άλλοι, αυτοί που τον άκουγαν με ιδιαίτερη προσοχή, έμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί. Κανείς δεν είχε τίποτα να πει. Το καφενείο παρέμεινε βουβό, μέχρι που χάθηκε εντελώς από μπροστά τους ο τυχερός στρατιώτης.

Το κείμενο αποδόθηκε με δικά μου λόγια από το βιβλίο του Τούρκου συγγραφέα Mehmet Coral, «Τα χαμένα ημερολόγια της Πόλης».

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Comments (2):

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.