Κάποτε, στη Νάπολη, το να τρως μακαρόνια στον δρόμο δεν ήταν απλώς φαγητό. Ήταν εικόνα. Και για πολλούς ξένους ταξιδιώτες του 18ου και του 19ου αιώνα, ήταν κάτι που «έπρεπε» να δουν με τα μάτια τους.
Αυτό ακούγεται αλλόκοτο. Όμως λέει κάτι βαθύτερο: πώς η φτώχια μπορεί να γίνει θέαμα. Πώς η ανάγκη του άλλου μπορεί να μετατραπεί σε περιέργεια, ακόμη και σε διασκέδαση για όσους την κοιτούν από έξω.

Η Νάπολη δεν ήταν μια τυχαία πόλη. Από τον 18ο αιώνα και μετά, ήταν μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ευρώπης, γεμάτη ζωή, δρόμους, φωνές, αλλά και μεγάλες ανισότητες. Η φτώχια της δεν ήταν κρυφή. Δεν έμενε πίσω από κλειστές πόρτες. Ήταν μπροστά στα μάτια όλων.
Μέσα σε αυτό το τοπίο υπήρχαν και οι lazzaroni, όπως αποκαλούσαν τους πάμφτωχους της Νάπολης. Άνθρωποι χωρίς σταθερό εισόδημα, που ζούσαν με μικροδουλειές και με ό,τι έφερνε η μέρα. Σιγά σιγά όμως, στα μάτια των επισκεπτών, έγιναν κάτι περισσότερο από φτωχοί άνθρωποι. Έγιναν κομμάτι της πόλης όπως την έβλεπαν οι άλλοι.
Όταν τα μακαρόνια έγιναν φθηνότερα, πέρασαν και στα χέρια των πιο φτωχών. Το κρέας και τα λαχανικά ακρίβαιναν, ενώ το σιτάρι ήταν πιο άφθονο και πιο προσιτό. Έτσι, τα ζυμαρικά έγιναν τροφή του δρόμου: απλή, χορταστική, εύκολη να φαγωθεί στα γρήγορα.
Για εκείνους ήταν ένας τρόπος να χορτάσουν. Για κάποιους άλλους όμως έγινε θέαμα.

Δεν τους τραβούσε μόνο το φαγητό. Τους τραβούσε ο τρόπος. Τα χέρια, οι χούφτες, η βιασύνη. Το στόμα που κατάπινε γρήγορα, σχεδόν πριν προλάβει να μασήσει. Αυτό που για τους φτωχούς ήταν ανάγκη, για τους ταξιδιώτες γινόταν κάτι παράξενο, «αυθεντικό», άξιο να περιγραφεί σαν αξιοθέατο.
Κι όμως, πίσω από αυτή την εικόνα υπήρχε πείνα.
Οι φτωχοί της Νάπολης δεν τραβούσαν τα βλέμματα μόνο επειδή ήταν φτωχοί. Τα τραβούσαν επειδή η ζωή τους ήταν εκτεθειμένη. Έτρωγαν στον δρόμο, κινούνταν στον δρόμο, περνούσαν μεγάλο μέρος της μέρας τους στον δρόμο. Δεν είχαν πάντα την προστασία που δίνει ένας ιδιωτικός χώρος. Έτσι, η ζωή τους γινόταν εύκολα αντικείμενο περιέργειας ή σχολιασμού.
Πολλοί έβλεπαν τους lazzaroni σαν κομμάτι της πόλης. Σαν κάτι που έδινε χαρακτήρα στη Νάπολη. Όμως εδώ υπάρχει ένας κίνδυνος. Όταν συνηθίζεις να βλέπεις τη φτώχια σαν εικόνα, μπορεί να ξεχάσεις τον άνθρωπο πίσω από αυτήν. Να μη βλέπεις πια την ανάγκη του, την κούρασή του, την αξιοπρέπειά του.

Γι’ αυτό, ίσως, το πιο ενδιαφέρον σε αυτή την ιστορία δεν είναι τα μακαρόνια. Είναι η στιγμή που η πείνα του άλλου παύει να διαβάζεται ως πείνα και γίνεται κάτι παράξενο για εκείνον που έχει την άνεση να την παρατηρεί.
Η φτώχια δεν γίνεται θέαμα μόνο όταν την κοροϊδεύεις. Γίνεται θέαμα και όταν τη χαζεύεις από ασφαλή απόσταση. Όταν τη βλέπεις σαν εικόνα και όχι σαν ζωή.
Και ίσως αυτό είναι που μένει τελικά από εκείνη τη σκηνή στη Νάπολη: όχι οι άνθρωποι που έτρωγαν μακαρόνια στον δρόμο, αλλά το πόσο εύκολα μπορεί κανείς να κοιτάξει την ανάγκη του άλλου χωρίς πραγματικά να τη νιώσει.

