Μικρά που έμειναν στο Περιθώριο

Maurice Blanchot – Ο ύπνος του Arthur Rimbaud

Από καιρού εις καιρόν έρχονται από την Αβυσσηνία χιλιάδες στίχοι, οι οποίοι εξανεμίζονται στο δρόμο. Ακόμα και ο de Renéville δεν κατάφερε να βρει το έργο La Chasse Spirituelle, το οποίο βεβαιώνει ότι γράφτηκε το πρώτο εξάμηνο του 1872 και το οποίο διαχωρίζει από τις Εκλάμψεις. Να θυμίσουμε ότι η δόξα του Ρεμπώ μοιράστηκε ανάμεσα στα ποιήματα που έγραψε, και σ’ εκείνα τα οποία απαξίωσε να γράψει, στην ποίηση που παραδέχτηκε και σ’ εκείνη που απέρριψε. Μετά το θάνατό του, η σιωπή που τήρησε ο ίδιος για 20 χρόνια, φάνηκε σαν ένα αίνιγμα που μαγεύει: ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε την ποίηση, όσο ήταν ζωντανός, λέει ο Mallarmé χαρακτηριζόταν από έναν φόβο, όπου ενυπήρχε και επιθυμία. Είκοσι από τους σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους προσπάθησαν να βρουν το κλειδί αυτού του αινίγματος. Γιατί; Αυτό είναι ίσως το περίεργο. Γιατί φαίνεται τόσο παράξενο ένας πνευματικός άνθρωπος, προικισμένος για τα γράμματα, ξαφνικά να γυρίζει την πλάτη στη λογοτεχνία, να αδιαφορεί εντελώς για μια δραστηριότητα στην οποία διέπρεπε. Το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτήν την άρνηση, όλοι βλέπουν ένα σκάνδαλο, δείχνει πόση αξία προσδίδουν στην ποίηση.

Το σκάνδαλο του Ρεμπώ έλαβε πολλές μορφές: στην αρχή, γράφει αριστουργήματα, μετά αρνείται να γράψει άλλα, ενώ είναι ικανός να παράγει περισσότερα. Το να αρνείσαι να γράψεις, όταν έχεις αποδείξει ότι είσαι μεγάλος συγγραφέας, δεν είναι σίγουρα χωρίς μυστήριο. Αυτό το μυστήριο μεγαλώνει όταν ανακαλύπτουμε αυτό που ο Ρεμπώ ζητάει από την ποίηση: όχι τη δημιουργία όμορφων έργων, ούτε την απάντηση σε ένα αισθητικό ιδεώδες, αλλά την κατεύθυνση του ανθρώπου προς κάποιο σκοπό, την πορεία προς την αυτογνωσία, , τη συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί ούτε να δει, ούτε να μάθει, εν ολίγοις, να μετατρέψει τη λογοτεχνία σε μια εμπειρία που να ασχολείται με το σύνολο της ζωής και της ύπαρξης. Από αυτήν την άποψη, η εγκατάλειψη γίνεται πολύ μεγαλύτερο σκάνδαλο. Ο ποιητής δεν αρνείται μια οποιαδήποτε δραστηριότητα, ούτε μια δραστηριότητα προνομιούχα, αλλά μια πιθανότητα που, αν την πραγματοποιήσει, θα είναι συνώνυμη μιας αυτοκαταστροφής που μπροστά της η αυτοκτονία και η τρέλα δεν είναι τίποτα. Και όσο μεγάλος είναι ο σεβασμός για την απόφαση του ανθρώπου να φτάσει στα άκρα, όσο μεγάλη είναι η πεποίθησή του ότι δεν μπορεί να προδώσει μια τέτοια προσπάθεια, παρά μόνο ενδίδοντας σ’ αυτήν, τόσο η άρνηση του Ρεμπώ (κάθε άλλο παρά απιστία σ’ αυτόν που τον ενέπνευσε) φάνηκε σαν την υπέρτατη στιγμή, αυτή που πραγματικά άγγιξε την κορυφή και που, εξαιτίας της, παραμένει ανεξήγητη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με τον Ρεμπώ, η ποίηση ξεπερνά, όχι μόνο τον τομέα των έργων και των γραπτών για να γίνει η θεμελιώδης εμπειρία της ύπαρξης, αλλά γίνεται μέρος της ίδιας της απουσίας της, στηρίζεται πάνω στην άρνησή της.

Μια τέτοια άποψη είναι πολύ συνηθισμένη. Ίσως μάλιστα με την επανάληψη να έχασε και την αξία της. Ξεχάσαμε ότι αυτή η εμπειρία δεν θα άξιζε τίποτα, εάν δεν την συλλαμβάναμε μέσα στην αμφιβολία που την περιβάλλει, και ότι για να διατηρηθεί το νόημά της, θα πρέπει να την αγνοήσουμε. Το να πει κανείς ότι η εμπειρία που οδήγησε τον Ρεμπώ στην εποχή των Εκλάμψεων και στην Εποχή στην Κόλαση τον οδήγησε επίσης στη σιωπή στην Κύπρο, στο εμπόριο στο Harar, στις συγκεντρώσεις της «Ένωσης της Γεωγραφίας», σημαίνει ότι η απόφασή του να διακόψει με την ποίηση δεν κρύβει παρά μόνο μια επιφανειακή αλήθεια, εφόσον ο ίδιος, λάτρης της περιπέτειας, έμπορος όπλων και δόκιμος εξερευνητής, θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει μ’ έναν τρόπο ουσιαστικότερο, τα ίδια σχέδια, την ίδια απορρύθμιση, την ίδια αναζήτηση του αγνώστου, όπως το έκανε και την εποχή της ποιητικής του αίγλης. Αντίθετα με το να παραδεχτούμε, ότι εγκαταλείποντας την ποίηση, την εγκατέλειψε πραγματικά και οριστικά, να θάψω τη φαντασία μου» μια απόλυτη χρειαζόταν για να αποκτήσει το γεγονός τη σημασία που του προσδίδει, και δεν απομένει πια τίποτα να πούμε για τη δεύτερή του ύπαρξη. διότι οποιοδήποτε στοιχείο μετριότητας και εάν τη διέκρινε, ήταν ταυτόχρονα σημάδι αυθεντικότητας, αλλά και απόδειξη της αποτυχίας του- αυτό που μας συγκινεί είναι το στοιχείο του τετριμμένου, ακόμα και χυδαίου, γιατί μας φαίνεται εξωπραγματικό (και επιτρέπει επίσης στον γιατρό Fretet να θεωρήσει, όχι αβάσιμα, ότι o Ρεμπώ παραχώρησε όσα είχε ήδη χάσει).

Δεν μπορούμε να πούμε, ότι ο Ρεμπώ μέσα από τη σιωπή του, προσθέτει στην ποίηση το στοιχείο της υπέρβασης μέσα από την άρνηση. Γιατί εάν το πούμε, αυτή η σιωπή φαίνεται σαν μια θλιβερή κωμωδία, που σιγά-σιγά παραδίδεται σε μια αξιοθρήνητη πραγματικότητα. Και εάν αποφύγουμε να το πούμε, η ιστορία του Ρεμπώ δε σημαίνει πια πολλά πράγματα, διότι, τελικά, τι να πιστέψουμε για έναν άνθρωπο που μπόρεσε να ριψοκινδυνεύσει περισσότερο από τους άλλους; Ότι μια ωραία πρωία οδηγήθηκε, όπως χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, στην αγάπη για το χρήμα, περιορίζοντας τον κόσμο του στην εφήμερη φροντίδα της ζωής; Ότι μια ωραία πρωία, φοβήθηκε το άγνωστο, ότι βαρέθηκε τις «υπερφυσικές δυνάμεις του», ότι αποδείχθηκε δειλός, αδύναμος, φοβισμένος μπροστά στον εκπληκτικό του στόχο, που ήταν τόσο μεγάλος ώστε κανένας άνθρωπος να μην μπορούσε να αντιμετωπίσει; Μάλλον όχι. Ποιος μπορεί να αποδείξει ότι το γράμμα του Οραματιστή ήταν κάτι περισσότερο από ένα εφηβικό όνειρο; Οι Εκλάμψεις, η Εποχή στην Κόλαση μας επιτρέπουν κάλλιστα να διακρίνουμε ότι αυτή η πορεία ακολουθήθηκε πραγματικά: στο βαθμό μάλιστα που ο Ρεμπώ γράφοντας αυτά τα έργα, άγγιξε τα όρια, ξεπέρασε μάλιστα την τάξη των πραγμάτων, χωρίς να μας εξοικειώσει με το άγνωστο. Ένα είναι αναμφισβήτητο. Ότι τα έργα του είναι λογοτεχνικές επιτυχίες, που αναστάτωσαν και ενέπνευσαν τους ανθρώπους. Σε σχέση όμως με το πρόγραμμα του Οραματιστή, κανένας δεν μπορεί να αποφασίσει, εάν τα έργα αυτά αποτελούν μια απάτη, μια ριζική αποτυχία, έναν δόλο γεμάτο μεγαλοπρέπεια ή μια προσπάθεια πραγματικά «θρυλική».

Αυτή η αβεβαιότητα δημιουργεί τη δύναμη και το αίνιγμα του Ρεμπώ. Ο ίδιος ώθησε την αμφισημία στα άκρα, το βασικό στοιχείο της ποιητικής δραστηριότητας. Και αυτή η αμφισημία είναι τόσο μεγάλη, που ακόμα και η βαθύτερη γνώση των πράξεών της, όλα τα καινούρια στοιχεία που μπορούμε να φαντασθούμε ότι θα ανακαλύψουμε μια μέρα, ούτε ακόμα και «οι 40.000 στίχοι της Αβησσυνίας» δεν θα τη μειώσουν ποτέ. Μετά τον υπέρμετρο θαυμασμό που δείχναμε συνήθως στην τυχοδιωκτική πλευρά της ζωής του, έγινε της μόδας να αμαυρώνουμε τη σιωπηλή πλευρά της ζωής του. Του προσάπτεται δειλία, γιατί φοβάται τη φυλακή, αποφεύγει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, και μάλιστα εν μέσω επαναστατικού κλίματος, ικετεύει με τρόπο αξιοθρήνητο τον έναν και τον άλλον για να γλιτώσει από την αστυνομία. Ίσως πράγματι να είναι δειλός. Και αυτό τι σημαίνει; Τον απωθεί η τάξη των «αιωνίως επαγρυπνούντων», χωρίς από την άλλη πλευρά να τον γοητεύει η αταξία. Δεν ήταν άγγελος, είχε μόνο μερικά κατάλοιπα αθωότητας. Δεν είναι παρά ένας ερασιτέχνης τυχοδιώκτης, ένας αλήτης μερικών ημερών. Και, εάν εξαιρέσουμε τις λογοτεχνικές του επιδόσεις, δεν αφήνει πίσω του παρά τη μαρτυρία μιας ύπαρξης άδειας, ανικανοποίητης, μέτριας, που δεν καταλήγει πουθενά και δε στοχεύει πουθενά. Και παρόλα αυτά κανείς, όσο εκείνος, δε μας δίνει το αίσθημα ότι προσπάθησε το αδύνατο, όπως αναφέρει μέσα στην Εποχή στην Κόλαση.

Η ανάγνωση της αλληλογραφίας που διευκολύνεται μέσα από τις εκδόσεις τείνει να προσεγγίσει τους δύο Rimbaud, τον «άγγελο, τον μάγο» και τον «χωριάτη», τον Rimbaud που γνωρίζει την κόλαση και εκείνον που την αποστρέφεται, χωρίς όμως η επιλογή ανάμεσα στους δύο να είναι τόσο ξεκάθαρη πάντοτε. Αλλά για να περιοριστούμε σε μία παρατήρηση, μας προξενεί κατάπληξη η ελάχιστη αλλαγή που γεννά φαινομενικά ο θάνατος του ποιητή σε εκείνον που τον υφίσταται ή τον προκαλεί. Εξωτερικά, παραμένει ο ίδιος. Δύο χαρακτηριστικά τουλάχιστον, διατηρούνται ζωντανά και μετά τη μεταμόρφωση. Όλη τη ζωή του ο Rimbaud εξέφραζε την απέχθειά του στην εργασία, μια ακατανίκητη ανάγκη ξεκούρασης και ύπνου. «Το καλύτερο είναι ένας μεθυσμένος ύπνος», «ύπνος μέσα σε μια φωτιά από φλόγες», «ο ύπνος ο παρθενικός».

Μπορούμε να πούμε ότι, όσο ήταν συγγραφέας, αναζητούσε γράφοντας μια διέξοδο από τους κόλπους του ύπνου, ένα καταφύγιο σε μια κωματώδη κατάσταση όπου ο θάνατος θα ήταν ένα τίποτα σε ένα κενό το οποίο, πολύ περισσότερο και από τον θάνατο, θα εξασφάλιζε το τέλος της ζωής. «Τι είναι το δικό μου κενό κοντά στη νάρκωση που μας περιμένει;» Πολύ αργότερα, καταδικασμένος από δική του εκλογή σε μια εργασία «φριχτή», «παράλογη», «αποκτηνωτική», δεν έχει παρά μόνο μία έμμονη ιδέα, να ξεκουραστεί. Σ’ όλα του τα γράμματα κυριαρχεί η έκφραση της έντονης αυτής ανάγκης, η οποία σίγουρα εκδηλώνεται χωρίς διπλωματία, είναι γιατί δεν πρόκειται πια για λεπτότητα, ούτε για πονηριά. Φτάνει μέχρι το σημείο να εύχεται την ανάπαυση μέσω του γάμου, την ευτυχία ενός «εφησυχασμένου», μία θέση. Αδυναμία που του καταλογίζουν. Αλλά αυτή η αδυναμία μαρτυρεί το σημείο απελπισίας όπου τον οδηγεί η ανάγκη για ύπνο, για οποιοδήποτε ύπνο, τα «είμαι πάρα πολύ κουρασμένος», «μην κουράζεστε, είναι παραλογισμός», «πρέπει να περάσω τις υπόλοιπες μέρες μου περιπλανώμενος ανάμεσα σε στερήσεις και κούραση, με μόνη προοπτική να πεθάνω υποφέροντας».

O γιατρός Fretet του καταλογίζει τα τόσα δάκρυα όταν του κόβουν το πόδι, τις τόσες φριχτές κραυγές απελπισίας. Γιατί; O Ρεμπώ κοροϊδεύει τον στωικισμό και —πρέπει να σημειώσουμε εδώ— υπάρχει σ’ αυτόν και περίπου πάνω στα ίδια θέματα την αθλιότητα, το χρήμα, κάτι από το κραυγαλέο και το άγριο που βρίσκουμε ακριβώς στον μαρκήσιο ντε Σαντ. O Ρεμπώ είναι ένας από τους ανθρώπους που δήλωσαν με τον πιο ανοιχτό τρόπο την πλήξη τους. «Πλήττω πολύ, πάντα· δεν γνώρισα ποτέ κανέναν που να έπληττε όσο εγώ». Αυτή η ανία η οποία μπορεί να έχει την ίδια ένταση στον ώριμο άνθρωπο και στον έφηβο, δε μοιάζει σε τίποτα με μια λογοτεχνική προδιάθεση. Όσο μπορούμε να το διαπιστώσουμε, από την εποχή των ποιητικών δοκιμών, αυτό το αίσθημα έχει για εκείνον την αξία μιας εμπειρίας, είναι μια συστηματική πηγή, μια κίνηση ανάλογη με τον ύπνο που αναζητά και η οποία, μέσω του ύπνου, τον κάνει να ονειρεύεται να φτάσει σε μια χαύνωση πέρα από κάθε αναζήτηση. Όταν μέσα στην Εποχή.- γράφει: «Η πλήξη δεν είναι πια η αγάπη μου», την ταυτίζει καθαρά με τους έξαλλους θυμούς, τις κραιπάλες, την τρέλα, σε όλη αυτή την αταξία που για ένα διάστημα ήταν γι’ αυτόν συνώνυμα με την ποίηση. Όμως, σχετικά με την πλήξη γράφει το 1881 τη δύσκολη περίοδο του Harar, τις ακόλουθες γραμμές: «Αλίμονο! Εμένα δε με δένει τίποτα με τη ζωή· και εάν ζω, είμαι συνηθισμένος να ζω από κούραση, αλλά εάν υποχρεωθώ να συνεχίσω να κουράζομαι όπως τώρα και να τρέφομαι με καημούς τόσο σφοδρούς και παράλογους σ’ αυτά τα φρικτά κλίματα, φοβάμαι πως θα συντομεύσω τη ζωή μου… Να μπορούσαμε επιτέλους να απολαύσουμε μερικά χρόνια πραγματικής ανάπαυσης σ’ αυτή τη ζωή· και ευτυχώς που αυτή η ζωή είναι μοναδική, αυτό είναι προφανές, εφόσον δεν μπορούμε να φαντασθούμε κάποιαν άλλη με τόση ανία όσο αυτή».

Χωρίς να ψάξουμε πολύ μακριά, μπορούμε να παραδεχτούμε ότι τέτοιου είδους σκέψεις φανερώνουν άλλες βαθύτερες αρκετά παράδοξες- ότι δηλαδή o θάνατος δεν είναι θάνατος, ότι για να τον αποφύγουμε θα πρέπει να αναζητήσουμε έναν αληθινό θάνατο και ότι η ανία έχει μια διπλή όψη, θετική και αρνητική, είδος φρίκης συνδεδεμένο με τη δράση και ίσως ικανό να φτάσει στα άκρα της δράσης μέσω της δράσης.

Διαβάζοντας κανείς αυτή την αλληλογραφία γεμάτη εκκλήσεις για ανάπαυση, πώς να μην παρατηρήσει ότι τελικά δεν ενδιαφερόταν παρά μόνο για τον εαυτό του- με τα 8 κιλά χρυσάφι στη ζώνη του, τα οποία φύλαγε αυστηρότατα, περίμενε να ζήσει διαφορετικά; O γιατρός Fretet μιλάει για τη δίψα του Ρεμπώ. O Ρεμπώ σ’ όλες τις ηλικίες, κυρίως στα νιάτα του, κατατρωγόταν από τη δίψα: μια δίψα στυφή, άπληστη, που του ξέραινε το λαιμό στην οποία μάταια πρόσφερε το νερό, το αλκοόλ, τη φωτιά.

Και η αρωστημένη δίψα
αμαυρώνει τις φλέβες μου.

«Και να έλεγε κανείς ότι δεν φρόντισα να πίνω! Είναι μια δίψα τόσο τρελή…» Η ανάγκη για ύπνο δεν είναι συνδεδεμένη στην περίπτωσή του με μια οποιαδήποτε μαλθακή αναμονή, με μια φύση ήδη μουδιασμένη, βαριά και ευμάλακτη, αλλά με μια στυφάδα που προέρχεται από τη φωτιά, που καλεί τα φλογερά στοιχεία και που αυτά τα στοιχεία την τρελαίνουν, ξηρασία που για να κατασβεστεί δε θέλει παρά την ξηρασία, την τραχύτητα της πέτρας και της άμμου που ψάχνει τη φλόγα και το δηλητήριο. Αυτή είναι η Κόλαση. Σε όλες τις σελίδες της Εποχής στην Κόλαση «πεθαίνει από δίψα», «διψάει τόσο πολύ», έχει μια δίψα κολασμένη που απαντά την κόλαση, όχι τη δροσιά του νερού μα ένα χρυσό λικέρ που θα την κάνει να υγρανθεί: «Ζητάω, ζητάω ένα μαστίγωμα, μια σταγόνα φωτιάς».

Από τη μια, αυτός ο ύπνος χωρίς όρια, αυτό το απόλυτο της οκνηρίας και του κενού που χαρακτηρίζει ύποπτα όλα τα υποκατάστατα της ανάπαυσης, αυτοκτονία, τρέλα, κραιπάλη. Από την άλλη, αυτή η δριμύτητα χωρίς όμοιό της, αυτή (η μεταλλική) φωτιά μετάλλου που, για να δροσιστεί τρέχει πίσω από τη φλόγα, πρώτα τη φλόγα της μέθης, του πυρετού, μετά της εργασίας, έπειτα την αποκρουστική φλόγα του χρήματος. Έτσι μας μιλούν τόσες εικόνες, «ο ύπνος μέσα σε μια φωλιά από φλόγες», «ο μεθυσμένος ύπνος πάνω σε μια ακρογιαλιά με άμμο», «η θάλασσα μπλεγμένη με τον ήλιο», όπως επίσης «ήμουν άπρακτος, έρμαιο στο έλεος ενός δυνατού πυρετού». Ο Ρεμπώ δίψασε για βότσαλα, βράχους και κάρβουνο, ό,τι δηλαδή πιο ξερό στον κόσμο. Και ξεκινώντας απ’ αυτή την απόλυτη σκληρότητα, θέλησε την απόλυτη απορρόφηση από τον ύπνο, αθωότητα της κάμπιας, του ποντικού, καθαρτήριο, άπειρη υπομονή ικανή για ατέλειωτη λησμονιά.

Από αυτή τη σκοπιά τι αξίζουν τα λόγια, ακόμα και τα λόγια του ίδιου του Ρεμπώ; Θα θέλαμε τελειώνοντας να κάνουμε ακόμη αυτή την παρατήρηση: η σιωπή δε χρονολογείται από το 1873. Ο Ρεμπώ ακόμα και όταν ήθελε «να βρει μια γλώσσα», μίλαγε πάντα το λιγότερο δυνατό. Όταν είναι με κόσμο, ούτε που ανοίγει το στόμα του. Είναι λιγομίλητος, καμιά φορά βρίζει, χτυπάει. «Φαντάζομαι να τον συναντήσω μια μέρα στα βάθη της Σαχάρα, μετά από χωρισμό πολλών ετών», γράφει ένας από τους φίλους του. «Είμαστε μόνοι μας και έχουμε αντίθετη κατεύθυνση. Σταματάει μια στιγμή. — Καλημέρα, τι κάνεις; — Καλά, αντίο. Και συνεχίζει το δρόμο του. Ούτε ο παραμικρός συγχρωτισμός. Ούτε λέξη παραπάνω».

«Όχι πια λέξεις. Δεν ξέρω πια να μιλώ. Όλα του τα ποιήματα και το πιο μικρό από τα κείμενά του παραπέμπουν στην ίδια ανώτατη στειρότητα, στην ανάγκη να ειπωθούν όλα μέσα σε ένα χρόνο αστραπή, ανάγκη ξένη προς την ικανότητα του λέγειν και η οποία χρειάζεται χρόνο. «Είδα αρκετά, απέκτησα αρκετά, γνώρισα αρκετά».

Αυτό είναι το «ξεκίνημα» κάθε φορά που γράφει, ξεκίνημα που έγινε κάποια μέρα και που τελικά κατέληξε σ’ αυτές τις γραμμές: «τι θέλετε να σας γράψει κανείς… Ότι πλήττει, ότι αποβλακώνεται, ότι αποκτηνώνεται; Ότι δεν αντέχει άλλο πια αλλά δεν μπορεί να τελειώνει μ’ όλα αυτά, κ.τ.λ., κ.τ.λ.! Να λοιπόν κατά συνέπεια ό,τι μπορεί να πει κανείς και μιας και αυτό δεν διασκεδάζει ούτε τους άλλους, πρέπει να σωπάσει».

Η αλληλογραφία από την Κύπρο μοιάζει, γενικά, στους λάτρεις της καλής λογοτεχνίας, κακογραμμένη, απογοητευτική, ανάξια ενός τόσο μεγάλου συγγραφέα. O γιατρός Fretet βλέπει μάλιστα σ’ αυτό το «πλαδαρό» και λανθασμένο μερικές φορές ύφος, την απόδειξη μιας νοημοσύνης που καταρρέει. Αυτή η απόδειξη είναι παράξενη. Πρώτα πρώτα, βρίσκουμε πως αυτό το ύφος το άκομψο, το άπληστο, το άχαρο, έχει την ίδια καταπληκτική ξηρότητα με το άλλο, αλλά στο θέμα της κοινοτυπίας από την οποία δε βλέπουμε γιατί θα έπρεπε να απέχει γράφοντας, αφού τέτοιος ήταν στο εξής o τρόπος της ζωής του. Το να γράφει στους δικούς του με τη μορφή των «Εκλάμψεων» θα ήταν εκεί που θα φαινόταν ασυνάρτητος και αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί ως σημάδι κατάρρευσης. Και έπειτα γιατί o λόγος δε θα εγκατέλειπε τον Ρεμπώ εάν το να γράφει δε σήμαινε πλέον τίποτα γι’ αυτόν; Έτσι, αυτό που μας εκπλήσσει, δεν είναι η κακή ποιότητα των γραμμάτων του, αλλά αντίθετα ο τόνος τους, ο μέχρι τέλους πεισματικός, οργισμένος, χωρίς απόκλιση και χωρίς επιστροφή, ο οποίος μέσα από την κούραση της δουλειάς και παντός είδους χειρισμούς, μέχρι την επιθανάτια κλίνη του, συνεχίζει μέσα του να διαιωνίζει τον Ρεμπώ.

 

Απόδοση: Μαριάννα Νικολαΐδου
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω (αρ. 305 17/2/1993)

 

 

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.