Μικρά που έμειναν στο

Anton Chekhov – Νύχτα στο νεκροταφείο

«Ελάτε, Ιβάν Ιβάνιτς, πείτε μας κάτι τρομαχτικό!»

Ο Ιβάν Ιβάνιτς έστριψε το μουστάκι του, ξερόβηξε, πλατάγισε τα χείλη του και φέρνοντας το κάθισμά του κοντά στις κυρίες, άρχισε:

«Η ιστορία μου αρχίζει όπως αρχίζουν γενικώς οι καλύτερες ρωσικές ιστορίες. Ήμουν, πρέπει να το παραδεχτώ, πιωμένος… Έκανα Πρωτοχρονιά στο σπίτι ενός παλιού μου γνώριμου και ήπια όσο σαράντα μερακλήδες μαζί. Οφείλω όμως να πω, ως δικαιολογία, ότι δε μέθυσα επειδή ήμουνα στα κέφια μου. Το να χαίρεσαι για μια ανοησία, όπως η υποδοχή του καινούργιου χρόνου, είναι, κατά τη γνώμη μου, κουταμάρα και ανάξιο της ανθρώπινης διάνοιας. Ο καινούργιος χρόνος είναι πάντα το ίδιο απαίσιος με τον παλιό, με τη μόνη διαφορά ότι ο παλιός χρόνος ήταν άσχημος, ενώ ο καινούργιος θα είναι πάντα χειρότερος… Κατά την άποψή μου, με τον ερχομό του καινούριου χρόνου θα πρέπει όχι να χαιρόμαστε, αλλά να υποφέρουμε, να κλαίμε, να φτάνουμε ακόμα και στην απόπειρα αυτοκτονίας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, όσο πιο νέος είναι ο χρόνος, τόσο πιο κοντά είναι ο θάνατος, τόσο πιο μεγάλη η φαλάκρα, τόσο πιο δαιδαλώδεις οι ρυτίδες, πιο γερασμένη η γυναίκα μας, πιο πολλά τα παιδιά, πιο λίγα τα λεφτά…

»Έτσι, ήπια μέχρι αηδίας, από θλίψη… Όταν βγήκα από το σπίτι του γνωστού μου, το ρολόι της μητρόπολης σήμανε ακριβώς δύο. Ο καιρός έξω ήταν απαίσιος… Μα το σατανά, δεν μπορούσες να καταλάβεις αν ήταν χειμώνας ή φθινόπωρο. Το σκοτάδι ολόγυρα ήταν τέτοιο που δε χρειαζόταν καν να έχεις μάτια, γιατί, όσο και να κοιτούσες, δεν έβλεπες το παραμικρό, λες και σε βούτηξαν σε τενεκέ με φούμο. Η βροχή σε μαστίγωνε… Ο κρύος και δυνατός αέρας έβγαζε φρικτές νότες:
μούγκριζε, έκλαιγε, βογκούσε, τσίριζε, λες και την ορχήστρα της φύσης τη διηύθυνε μια μάγισσα.

Κάτω από τα πόδια σου έκλαιγε με αναφιλητά η λάσπη. Οι φανοστάτες σε κοιτούσαν θαμπά, σαν χήρες που θρηνολογούσαν… Η δύστυχη η φύση υπέφερε από φρίντριχ χεράους … Εν ολίγοις, ο καιρός θα χαροποιούσε το ληστή, τον κλέφτη, αλλά όχι εμένα, έναν ήσυχο και μεθυσμένο αστό. Εμένα με βύθισε στην απόλυτη θλίψη…

»Η ζωή είναι μια ανιαρή ιστορία… που φιλοσοφεί, τσαλαβουτώντας στη λάσπη και παραπαίοντας… Άδεια, άχρωμη φυτοζωή… μια ψευδαίσθηση… Οι μέρες περνούν η μια μετά την άλλη, το ίδιο και τα χρόνια, κι εσύ παραμένεις πάντα το ζώο που ήσουν και πριν… Θα περάσουν τα χρόνια κι εσύ θα είσαι πάντα ο ίδιος Ιβάν Ιβάνιτς, που θα πίνει, θα τρώει, θα κοιμάται… Στο τέλος, θα σε παραχώσουν, τον ηλίθιο, στον τάφο, θα φάνε με δικά σου έξοδα κόλλυβα, θα πιουν καφέδες και θα πουν: “Ήταν καλός άνθρωπος, αλλά, κρίμα, το κάθαρμα, άφησε ελάχιστα λεφτά!”

»Πήγαινα, λοιπόν, από τη Μεσάνσκαγια στην Πρέσνια, απόσταση σεβαστή για ένα μεθυσμένο… Μπαίνοντας στα σκοτεινά και στενά δρομάκια, δε συνάντησα ψυχή ζώσα, δεν άκουσα ούτε ένα ζωντανό ήχο. Από φόβο μη λερώσω τις γαλότσες μου, στην αρχή βάδιζα πάνω στο πεζοδρόμιο, έπειτα όμως, όταν, παρά τις προφυλάξεις, αυτές άρχισαν παραπονιάρικα να βουλιάζουν στη λάσπη, κατέβηκα στο δρόμο: τουλάχιστον στο οδόστρωμα ήταν λιγότερες οι πιθανότητες να σκοντάψω στα λιθάρια ή να γλιστρήσω στο ρείθρο της αποχέτευσης… Ο δρόμος μου ήταν τυλιγμένος στο σκοτάδι, ένα σκοτάδι αδιαπέραστο: στην αρχή, συναντούσα κάτι θαμπούς φανοστάτες, δυο‐τρία δρομάκια παρακάτω έλειψε και αυτή η πολυτέλεια. Αναγκάστηκα να πηγαίνω ψηλαφητά… Κοιτάζοντας προσεχτικά στα σκοτάδια και ακούγοντας από πάνω μου το θρηνητικό βουητό του ανέμου, συντόμευσα το βήμα… Την ψυχή μου την κυρίευε σιγά σιγά ένας ανεξήγητος φόβος… Ο φόβος Σιχασιά, από το γερμανικό μετατράπηκε σε τρόμο, όταν άρχισα να καταλαβαίνω ότι χάθηκα, έχοντας βγει εντελώς από το δρόμο μου. “Αμαξά!” φώναξα. Απάντηση δεν υπήρξε…

»Αποφάσισα τότε να προχωρήσω μπροστά, όσο έβλεπαν τα μάτια μου, με την ελπίδα ότι αργά ή γρήγορα θα ‘βγαινα σε κάποιο μεγάλο δρόμο, όπου θα υπήρχαν φανοστάτες και αμαξάδες. Χωρίς να κοιτάξω πίσω μου ή τριγύρω, άρχισα να τρέχω… Από την αντίθετη κατεύθυνση φυσούσε δυνατός παγωμένος αέρας, και τα μάτια μου τα μαστίγωνε δυνατή βροχή… Έτρεχα πότε πάνω στα
πεζοδρόμια, πότε στη μέση του δρόμου… Πώς διασώθηκε το μέτωπό μου ύστερ’ από τις τόσες συγκρούσεις με φανοστάτες και ντουβάρια, είναι απορίας άξιο».

Ο Ιβάν Ιβάνιτς έκανε μια μικρή διακοπή, ήπιε ένα ποτηράκι βότκα, έστριψε την άλλη πλευρά του μουστακιού και συνέχισε:

«Δε θυμάμαι πόση ώρα έτρεχα… θυμάμαι μόνο πως τελικά σκόνταψα και χτύπησα δυνατά πάνω σε κάποιο περίεργο αντικείμενο… Δεν μπορούσα να το δω, αλλά ψηλαφώντας το μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως επρόκειτο για κάτι πολύ παγωμένο, βρεγμένο, καλολαξεμένο… Κάθισα να ξεκουραστώ… Δε θα καταχραστώ την υπομονή σας, και θα σας πω μόνο πως, όταν λίγο αργότερα
άναψα ένα σπίρτο, είδα ότι καθόμουν πάνω σ’ έναν τάφο…

»Μέσα σ’ εκείνο το απόλυτο σκοτάδι και τη σιωπή, αντικρίζοντας τον τάφο ένιωσα την απόλυτη φρίκη, έκλεισα τα μάτια και πετάχτηκα πάνω… Κάνοντας ένα βήμα σκόνταψα σε κάποιο άλλο αντικείμενο… Φανταστείτε τον τρόμο μου! Ήταν ένας ξύλινος σταυρός… “Θεέ μου, έπεσα σε νεκροταφείο!” σκέφτηκα, σκεπάζοντας το πρόσωπο με τα χέρια και καταρρέοντας πάνω στον τάφο.

“Αντί να βγω στην Πρέσνια, βρέθηκα στο Βανγκάκοβο!”

»Δε φοβάμαι ούτε τα νεκροταφεία ούτε τους πεθαμένους… Δεν έχω προκαταλήψεις και πάει καιρός που έχω απαλλαγεί από τα παραμύθια της γιαγιάς, αλλά, ανάμεσα στα άφωνα μνήματα, μια σκοτεινή νύχτα, με τον αέρα να βογκάει και τις σκέψεις να τριγυρίζουν στο μυαλό μου, η μια πιο ζοφερή από την άλλη, αισθάνθηκα τις τρίχες των μαλλιών μου να σηκώνονται και ένα ρίγος να διαπερνά την πλάτη μου και μια παγωνιά εσωτερική… “Μπα, δεν μπορεί!” καθησύχαζα τον εαυτό μου. “Είναι οφθαλμαπάτη, παραίσθηση… όλα αυτά τα φαντάζομαι γιατί στο κεφάλι μου έχουν εγκατασταθεί ο Ντέπρε, ο Μπάουερ, ο Αραμπάζι… Είμαι ένας δειλός!”

»Εκείνη τη στιγμή, ενώ προσπαθούσα να εμψυχώσω τον εαυτό μου, άκουσα σιγανά βήματα… Κάποιος περπατούσε αργά, όμως… αυτά δεν ήταν ανθρώπινα βήματα… ήταν υπερβολικά σιγανά και μικρά… δεν μπορούσαν να είναι ανθρώπινα… “Νεκρός”, σκέφτηκα.

»Τελικά, ο μυστηριώδης “άγνωστος” με πλησίασε, άγγιξε το γόνατό μου και πήρε βαθιά ανάσα… Έπειτα άκουσα ένα ουρλιαχτό… τόσο φρικτό και απόκοσμο που σου ξέσκιζε την ψυχή… Αν τρομάζετε όταν ακούτε τις γιαγιάδες σας να διηγούνται ιστορίες για πεθαμένους που ουρλιάζουν, τότε φανταστείτε τι είναι να ακούς το ίδιο το ουρλιαχτό! Πάγωσα, σάλεψε το μυαλό μου από τον τρόμο… Ο Ντέπρε, ο Μπάουερ κι ο Αραμπάζι χάθηκαν από τη σκέψη μου, κι από το μεθύσι μου δεν έμεινε ίχνος… Μου φαινόταν πως αν άνοιγα τα μάτια μου και ριψοκινδύνευα να κοιτάξω στο σκοτάδι, θα έβλεπα το ωχροκίτρινο σκελετωμένο πρόσωπο και το μισοσαπισμένο σάβανο… “Θεέ μου, ας έρθει γρήγορα το πρωί”, ικέτευα…

»Αλλά μέχρι να ξημερώσει, μου συνέβη να ζήσω μια ανείπωτη φρίκη, μια φρίκη που αδυνατώ να περιγράψω. Καθισμένος στο μνήμα κι αφού επέζησα από το ουρλιαχτό του ενοίκου του, ξάφνου άκουσα καινούργια βήματα… Κάποιος ερχόταν καταπάνω μου βαδίζοντας βαριά και ρυθμικά…

Φτάνοντας κοντά μου, ο νέος επισκέπτης από τον τάφο αναστέναξε, και ένα λεπτό αργότερα το παγωμένο, κοκαλένιο χέρι του έπεσε βαριά στον ώμο μου… Λιποθύμησα».

Ο Ιβάν Ιβάνιτς ήπιε ένα ποτηράκι βότκα και πλατάγισε τα χείλη του.

«Λοιπόν;» τον ρώτησαν οι κυρίες.

«Ξύπνησα σε ένα μικρό τετράγωνο δωμάτιο… Από το μοναδικό, καγκελόφρακτο παραθυράκι έφτανε το αδύναμο φως της αυγής… “Φαίνεται, σκέφτηκα, πως οι πεθαμένοι με πήραν μαζί τους στον οικογενειακό τάφο…” Ωστόσο, μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά μου, όταν άκουσα πίσω από τον τοίχο ανθρώπινες κουβέντες:

“Πού τον βρήκες;” ρωτούσε μια μπάσα φωνή. “Κοντά στον πάγκο με τα μνημεία του Μπελομπριζόφ, αξιότιμε”, απαντούσε μια άλλη μπάσα φωνή, “εκεί όπου είναι τα αγάλματα και οι σταυροί. Κοιτάζω και τον βλέπω να κάθεται έχοντας αγκαλιάσει ένα άγαλμα, ενώ δίπλα του αλυκτούσε ένα σκυλί… Πρέπει να ήταν πιωμένος…”

»Το πρωί, όταν ξύπνησα, με άφησαν να φύγω…»

 

Καλλιτέχνης: Frances Brundage

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: