Μικρά που έμειναν στο

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου – Τρικυμία εν κρανίω

Παρανοικός είναι εκείνος που αρχίζει να καταλαβαίνει τι
συμβαίνει γύρω του.

Γουίλιαμ Μπάροουζ

Κάπου, κάποτε, διάβασα πως οι άνθρωποι είναι σαν τις πέτρες. Πέτρες, ναι. Σου κάνει εντύπωση μήπως; Περίμενες κάτι πιο έξυπνο; Φταίει που έχεις συνηθίσει να τις αγνοείς; Σε ενοχλεί ο ήχος που κάνουν όταν πέφτουν; Πονάνε αν σε χτυπήσουν; Όλα μαζί; Πέτρες, ναι. Κατρακυλάνε στη θάλασσα, γίνονται θρύψαλα, κάποιες, πλάι σε άλλες, όμοιες μα τόσο διαφορετικές, πέτρες κι αυτές, χτίζουν μονοπάτια. Πότε κακόοτράχηλα, πότε ομοιόμορφα. Πέτρες. Λείες, κοφτερές, τσαλακωμένες απ’ τον χρόνο. Άλλες σπάνιες και άλλες τόσο, μα τόσο συνηθισμένες. Πέτρες, σαν αυτές που πατάμε, όπως εκείνες που πετάμε αδιάφορα εδώ κι εκεί. Λες και δεν μας νοιάζουν οι άνθρωποι. Συνεχίζουμε να τους πατάμε, τους προσπερνάμε αδιάφορα με προσποιητό ενδιαφέρον. Έχουμε μια πέτρα στο χέρι και νομίζουμε πως είναι δική μας. Ήταν ποτέ;

Η τρέλα κυλάει στο αίμα μου πριν με ξεράσει η μήτρα. Ίσως γι΄ αυτό αισθάνομαι πως παραπαίω μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Ένα όνειρο τόσο πραγματικό που ξυπνάει με βία τις αισθήσεις και με αναγκάζει να δω. Λες και η δική μου πέτρα συνεχίζει και πέφτει, κυλάει αργά, βασανιστικά μα αδιάκοπα σαν σε γκρεμό, αλλάζει σχήματα, μεταμορφώνεται, σπάει και γίνεται όλο ένας χωμάτινος κόσμος.

Μια πραγματικότητα καθόλου πραγματική. Είναι η τρέλα όμως το μόνο που είδα, εκείνο που γνώρισα, ότι με ανάθρεψε και έσκασε τον σπόρο μου σε ένα κόσμο προσποιητά λογικό. Στο κεφάλι ενός τρελού, η τρέλα είναι το φυσιολογικό. Το ίδιο συμβαίνει και στου λογικού φαντάζομαι. Είναι κανένας σας αλήθεια τόσο λογικός για να μου πει; Πόσο τρελοί είναι οι άνθρωποι τελικά. Πέφτουν σαν πέτρες ο ένας πάνω στον άλλον και νομίζουν πως αυτό τους κάνει φυσιολογικούς. Απαλλάσσονται από τη μοναδικότητα τους, σκίζουν το πέπλο της αλήθειας τους μόνο και μόνο να χωρέσουν, να ταιριάξουν. Να μη χάσουν το μονοπάτι στρωμένο από τα πληγιασμένα τους πόδια στις σχισμές απ΄ τις πέτρες που κομμάτιασαν για να υπάρχουν σε έναν κόσμο ανύπαρκτο.

Έχω πλήρη γνώση βλέπεις. Μη σου κάνει εντύπωση. Απλά αναγνωρίζω την ταμπέλα που μου έβαλες. Εσύ ο λογικός, εγώ ο τρελός. Εσύ στο ποτέ κι εγώ στο πάντα. Εσύ στο εδώ κι εγώ στο χάσιμο. Δεν απειλώ την ψευδαίσθηση της ανεξαρτησίας που έχεις με κόπο οικοδομήσει. Όχι, όχι. Μη φοβάσαι. Κανένας δεν θα σε βγάλει απ΄ το καλούπι σου.

Έχεις χτίσει γερά τα θεμέλια. Βολέψου. Κούρνιασε σε εμβρυική στάση και αφέσου στην τακτοποιημένη σου ζωή. Αυτά είναι τα λόγια μονάχα ενός τρελού. Δεν χρειάζεται να σε απασχολούν περισσότερο. Φτάνει η δική σου λογική να καταστρέψει τα πάντα. Ζέχνει ναφθαλίνη που σου φύτρωσαν, τίποτα δεν μπορεί να σε απαλλάξει. Πάει τόσος καιρός άλλωστε. Μπορείς να κοιμηθείς όρθιος.

Σε βλέπω. Με παρακολουθείς. Σχολαστικά. Με ακρίβεια ρολογιού παρατηρείς τις αντιδράσεις μου. Ο χρόνος φεύγει. Τικ. Ανοίγω τα μάτια. Τακ. Κάτι τα χείλι μου ζητάνε. Ο χρόνος χάνεται κι εσύ καρφώνεσαι μέσα μου. Παρατηρείς. Αντιδράσω. Υπάρχω; Δεν σου αρέσει που γκρεμίζομαι στο σκοτάδι, δεν μπορείς άλλο να δεις. Μυρίζω τον φόβο σου, η ανάσα σου πνίγεται κάθε που πλησιάζεις.

Σε παρακολουθώ κι εγώ βλέπεις. Απαραίτητο συστατικό της σχέση μας, ένα βίαιο κυνηγητό όπου ο θύτης γίνεται θύμα και χάνεται σε ένα λαβύρινθο που ανασαίνει ψευδαισθήσεις. Έμαθα να μπαίνω στα παπούτσια σου. Έγινα ένα με εσένα, έγινα εσύ. Σαπίζω μέσα σου κάτω από πέτρες που συνθλίβουν το βάρος της ανυπαρξίας τους. Απουσία ενδιαφέροντος, μονάχα φόβος στα τοιχώματα. Μάσκα που τρώει από μέσα κάθε ίχνος της όριοθετημένης ύπαρξης σου. Ενός γαμημένου μυαλού που σκίζεται βασανιστικά κάτω από τα κοφτερά νύχια μιας καθημερινότητας. Δεν σε τρελαίνει αυτός ο ήχος; Τον ακούς; Εμένα με τσάκισε. Βλέπεις εγώ, τα όρια έχω μάθει να τα σβήνω.

Ένα μακρόσυρτο σύρσιμο στις χαραμάδες. Είσαι ακόμα εδώ; Εγώ που είμαι; Σιχαίνεσαι την ύπαρξη σου, αποφάγια ψυχών που προσαρμόστηκαν. Σε μυρίζω. Μη το ξεχνάς.
Φοβάσαι. Τρέμεις. Όχι εμένα, όχι. Αυτό θα ήταν το λιγότερο αφελές. Εγώ είμαι το τελευταίο κομμάτι σε ένα παζλ που δεν είναι καν δικό σου. Ότι δεν είναι δικό σου δεν σε αγγίζει άλλωστε. Έτσι δεν είναι; Αυτό είναι κάπως τρελό, όμως θα ήταν πολύ να σου ζητήσω να γονατίσεις στην τρέλα σου. Ένα παζλ που αντί να συμπληρώνεται, σπάει σε χιλιάδες κομμάτια και καταρρέει. Εσύ, απλά κοιτάς ανίκανος να αντιδράσεις. Η κοινωνία δεν είναι άλλωστε φτιαγμένη να αντιδρά. Οι πέτρες στοιβάζονται καταδικασμένες να ζουν μέσα από το χτυποκάρδι ενός ετοιμοθάνατου.

Με τρομάζεις άνθρωπε. Η σχιζοφρένεια είναι μια κατάσταση που το μυαλό ζει σε αναρχία. Η κατάθλιψη πάλι, είναι η κατάσταση όπου παύει να δονείται. Κάθε που σε παρατηρούσα, με τραβούσες στο κενό, μέχρι που το κενό με γέμισε, βούλιαξα μέσα στο ρυθμό από το χτύπο μιας ανύπαρκτης καρδιάς. Και έπεσα. Αυτή η αίσθηση της κατατονίας, αυτή η συνήθεια να αφήνεσαι, έχει κάτι το ηδονικό. Το παραδέχομαι. Τόσο, που το κόκκινο έβαψε και το τελευταίο κομμάτι ελευθερίας που ούρλιαζε μέσα μου.
Χάθηκα σε μια θάλασσα που ήταν ζεστή, χάθηκα σε μια θάλασσα που με πάγωσε. Απέραντο τίποτα. Τίποτα δεν άλλαξε. Όλα είναι εκεί. Όλα είναι τίποτα.

Το μόνο που βλέπω, είσαι εσύ και οι τσαλακωμένες απ’ τον χρόνο πέτρες κάτω απ’ τα πόδια μου. Σταμάτησα να υπάρχω, σταμάτησα να κινούμε, σταμάτησα να πεθαίνω, σταμάτησα να ζω. Όμως όλα συνέχισαν. Το μέρος δεν άλλαξε καθόλου. Το σπίτι, το ίδιο. Οι μόνες σταθερές σε μια ασταθή ζωή.

Έμαθα να ζω και να πεθαίνω στους ίδιους τέσσερις τοίχους. Παρόν, παρελθόν και μέλλον μπλεγμένα σε αυτούς τους τοίχους. Ώσπου δεν άντεξα. Οι δρόμοι αγκάλιασαν τη σκόνη μου. Τα βλέμματα. Έχω αρχίσει να αισθάνομαι ξανά γύρω μου βλέμματα. Δεν μπορώ να καταλάβω. Κουράστηκα να προσπαθώ. Τ’ ακούς; Κουράστηκα! Μ’ ακούει κανείς; Τα παρατάω. Δεν μπορώ να συνεχίσω αυτό το μαρτύριο. Η πέτρα μου. Η πέτρα μου έχει αρχίσει να χάνει το χρώμα της, οι γωνίες της έχουν λειάνει, έχει μικρύνει. Ίσως καταφέρω να εξαφανιστώ. Παραιτούμαι.

 

 

Καλλιτέχνης: Eric Lacombe

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: