Μικρά που έμειναν στο

Georges Bernanos – Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημέριου

Η υπομονή μου μ’ εγκατέλειψε. «Ο Θεός θα σας συντρίψει!» αναφώνησα.

*******************************

«Θα με συντρίψει; Μα το έχει ήδη κάνει. Τί άλλο μπορεί να μου κάνει; Μου πήρε τον γιό μου. Δεν τον φοβάμαι πια. — Ο Θεός τον απομάκρυνε από σας για κάποιον καιρό και η σκληρότητά σας…- Σωπάστε! — Η σκληρότητα της καρδιάς σας μπορεί να σας χωρίσει για πάντα από εκείνον. — Βλασφημείτε, ο Θεός δεν εκδικείται. — Δεν εκδικείται, αυτά είναι λόγια ανθρώπινα, δεν έχουν νόημα παρά μόνο για σας. — Μήπως ο γιος μου θα με μισούσε άραγε; Ο γιος που κυοφόρησα, που θήλασα! — Δεν θα μισήσετε απλώς τον εαυτό σας, δεν θα τον αναγνωρίζετε πλέον. — Σωπάστε! — Όχι, δεν θα σωπάσω, κυρία. Οι ιερείς σώπαιναν πάρα πολύ συχνά, και αυτό μακάρι να γινόταν μόνον από έλεος. Αλλά είμαστε δειλοί. Θέτουμε στην αρχή τον κανόνα, αλλά μετά αφήνουμε τους άλλους να λένε τα δικά τους. Και τί έγινε η κόλαση, για εσάς τους άλλους; Μια αιώνια φυλακή, ανάλογη με τις δικές σας, και κλείνετε εκ των προτέρων εκεί με ύπουλο τρόπο το ανθρώπινο θήραμα που οι αστυνομίες σας κυνηγούν από καταβολής κόσμου — τους εχθρούς της κοινωνίας.

*******************************

Κρίνεται η κόλαση σύμφωνα με τους κανόνες αυτού του κόσμου, αλλά η κόλαση δεν είναι αυτού του κόσμου. Δεν είναι αυτού του κόσμου και ακόμα λιγότερο του χριστιανικού κόσμου. Αιώνια τιμωρία, αιώνια εξιλέωση — είναι ένα θαύμα να μπορούμε να έχουμε μια ιδέα γι’ αυτά τα ζητήματα στον κόσμο τούτο, ενώ για το παράπτωμα που μόλις έχουμε διαπράξει αρκεί ένα βλέμμα, ένα σημάδι, μια βουβή επίκληση για να πέσει με ορμή η συγχώρηση επάνω του, από τα ουράνια ύψη, σαν αετός. Α! αυτό συμβαίνει επειδή ακόμα και το αθλιότερο από τα ανθρώπινα όντα, έστω και αν πιστεύει ότι δεν αγαπά πια, διατηρεί τη δύναμή ν’ αγαπά. Το ίδιο το μίσος μας ακτινοβολεί, και ο λιγότερο βασανισμένος από τους δαίμονες θα άνθιζε μέσα σ’ αυτό που αποκαλούμε απελπισία, σαν σ’ ένα φωτεινό, θριαμβευτικό πρωινό. Η κόλαση, κυρία, είναι να μην αγαπάς πια. Να μην αγαπάς πια, αυτό ηχεί οικεί στ’ αυτιά σας. Να μην αγαπάς πια σημαίνει για τον άνθρωπο να αγαπά λιγότερο, ή να αγαπά κάποιον άλλο. Και αν αυτή η ικανότητα που μας φαίνεται αδιαχώριστη από το είναι μας, το ίδιο μας το είναι —το να κατανοεί κανείς είναι επίσης ένας τρόπος να αγαπά— μπορούσε να εξαφανιστεί παρ’ όλα αυτά; Να μην αγαπά πια κανείς, να μην κατανοεί, να ζει εντούτοις, τί φρικτό! Το λάθος που κάνουμε όλοι είναι ότι αποδίδουμε σ’ αυτά τα εγκαταλειμμένα πλάσματα κάτι ακόμα από τον εαυτό μας, από την αέναη κινητικότητά μας, ενώ αυτά βρίσκονται έξω από τον χρόνο, έξω από την κίνηση, καθηλωμένα για πάντα. Δυστυχώς! Αν ο Θεός μάς οδηγούσε κρατώντας μας από το χέρι προς ένα από αυτά τα οδυνηρά πράγματα, ακόμα κι αν κάποτε ήταν ο πιο αγαπητός φίλος, τί γλώσσα θα του μιλούσαμε; Βέβαια, αν ένας ζωντανός άνθρωπος, ο όμοιός μας, ο έσχατος όλων, ευτελής μεταξύ των ευτελών, ριχνόταν όπως ήταν μέσα στο πύρινο λίμπο της κόλασης, θα ήθελα να μοιραζόμουν τη μοίρα του, θα πήγαινα να τον διεκδικήσω από τον δήμιό του. Να μοιραζόμουν τη μοίρα του!… Η δυστυχία, η ασύλληπτη δυστυχία αυτών των πυρακτωμένων λίθων που υπήρξαν άνθρωποι, είναι ότι δεν έχουν τίποτα να μοιραστούν».

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: