Μικρά που έμειναν στο

Juan Rulfo – Η πεδιάδα στις φλόγες

Κι εγώ ποτέ δεν είχα νοιώσει πόσο μπορεί η ζωή να είναι αργή κι ανέλπιδη, όταν κανείς βαδίζει ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ανθρώπους. Είμαστε σαν ένας σωρός σκουλήκια μπερδεμένα κάτω από τον ήλιο, σκουλήκια που σάλευαν μέσα στα σκούρα σύννεφα σκόνης, περιορισμένα στο ίδιο μονοπάτι. Και το μονοπάτι μας πήγαινε, λες και μας είχε μαντρώσει. Τα μάτια μας παρακολουθούσαν το σύννεφο της σκόνης. Κουτουλούσαν πάνω στη σκόνη, σαν να ήταν πράγμα σκληρό, που δε γινόταν να περαστεί. Κι ο ουρανός γκριζωπός και βαρύς να πέφτει πάνω μας, να μας πλακώνει και να μας λιώνει. Μερικές φορές μόνο, όταν περνάγαμε κανένα ποτάμι, το σύννεφο της σκόνης ξάνοιγε κι έπαιρνε τ’ αψήλου. Βουτάγαμε το πυρωμένο και μαυρισμένο κεφάλι μας στο πράσινο νερό και για μια στιγμή από το πετσί μας σηκωνόταν γαλαζωπή άχνα, όπως συμβαίνει με τον αχνό που βγαίνει από το στόμα, όταν κάνει κρύο. Όμως, αμέσως μετά χανόμαστε πάλι, ανακατεμένοι στη σκόνη, ζητώντας προστασία από τον ήλιο με το να κρυβόμαστε ο ένας πίσω από το κορμί του άλλου, για να γλιτώσουμε από αυτή τη ζέστη που μοιραζόταν ανάμεσά μας.

Κάποτε θα φτάσει κι η νύχτα. Έτσι λέγαμε μέσα μας.

****************************

Θα ξεκουραστούμε έτσι κι αλλιώς, μια κι έξω, όταν θα πεθάνουμε.

 Μετάφραση: Φ.Δ. Δρακονταειδής

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: