Μικρά που έμειναν στο

Αργύρης Χιόνης – Εκδοχές του τέλους

Με ήτα η ζωή τελειώνει·

με ήττα, επίσης.

 

I

Καβάλα σ’ ένα κουνιστό αλογάκι

με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί

πήρα και εγώ μέρος στη μάχη στο αίμα, στη φωτιά στην αρπαγή.

Καβάλα σ’ ένα κουνιστό αλογάκι

μπρος πίσω πίσω μπρος

γύρισα ολόκληρο το κόσμο των ίσκιων στρατηλάτης και αρχηγός

γύρισα ολόκληρο τον κόσμο και έφτασα τώρα εδώ

στη κουνιστή μου πολυθρόνα

μπρος πίσω πίσω μπρος

τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί, η μάχη, η φωτιά, το αίμα η φωτιά και η αρπαγή θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη.

Καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει

ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή

 

ΙΙ

Μνήμη Μαρία Λαέστρα

 

Ό,τι χαλάει ό,τι σπάζει

περίτρανα τους γέροντες τρομάζει

με το δικό τους τέλος μοιάζει

με το δικό τους τσάκισμα απ’ του χρόνου τις απρόσεχτες και βιαστικές κινήσεις.

Γι’ αυτό σιγά σιγά προσεχτικά το βάρος του κορμιού τους σε πολυθρόνες και καρέκλες αποθέτουν και φέρνουν στα χείλη το ποτήρι τους κρατώντας το σφιχτά, με τα δυο τους χέρια

Όσο κρατούν τα πράγματα κρατώ και εγώ, φαίνεται να είναι η κρυφή ελπίδα τους.

 

ΙΙΙ

Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πέλ-

ματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής- τρίβο-

νται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου· σκύ-

βω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.

 

ΙV

Mνήμη Reymond Chandler

 

Κάθομαι ακίνητος εδώ καταμεσήμερο εδώ μες στη σιωπή

και αφουγκράζομαι το ηλιόφως να καψαλίζει το γρασίδι.

Φεύγει το μεσημέρι και το απομεσήμερο και ακούω έξω από το παράθυρο το δειλινό να γαληνεύει και λίγο λίγο γαληνεύω και εγώ μαζί του

Έχει βαθύνει τώρα τόσο  η σιωπή που ακούγεται σχεδόν η πτώση της θερμοκρασίας και οι λέξεις μου βαδίζουν ακροποδητί και με το δάχτυλο στα χείλη, μέσα σε αυτό το ποίημα.

 

V

Mνήμη Γιώργη Μανουσάκη.

 

Η σιωπή είναι το κέλυφος του ήχου.

Κλεισμένος μέσα της ο ήχος τη ραμφίζει όπως ραμφίζει το πουλί του αυγού το τσόφλι. Θέλει και αυτός να βγει και να πετάξει.

Είναι μοιραίο λοιπόν να θρυμματίζεται κάποια στιγμή η σιωπή

Τέτοια είναι η τάξη των πραγμάτων για να μπορεί ο ήχος να ακουστεί.

 

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,

και δεν ξέρω γιατί,

αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,

είναι αυτή

που πάντα μου επιφύλασσε

και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη

τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

 

ΧΙΙ

Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η

ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του

Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-

ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-

παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,

σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-

διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-

σεις την καλή ανατροφή σου.

 

XV

Ανάμεσα στα δάχτυλά μου

και στη σάρκα σου,

όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,

τρυπώνει ο χρόνος.

 

XVII

Όταν σου αναγγείλουν το θάνατό μου,

κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν

εν’ άδειο βάζο.

 

Θα το γέμιζες λουλούδια·

έτσι δεν είναι;

 

 

Πίνακας: Johannes Vermeer

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: