Καστρίσιης στα κυπριακά είναι ο κοκκινομάλλης. Η λέξη χρησιμοποιείται για κάποιον που έχει κόκκινα ή κοκκινωπά μαλλιά και καταγράφεται με αυτή τη σημασία και στο Λεξικό Κυπριακής Διαλέκτου.
Για την προέλευσή της έχουν δοθεί διαφορετικές ερμηνείες. Μία τη συνδέει με τις λέξεις κάσια + θρίξ, δηλαδή με το χρώμα της κανέλας και την τρίχα, ενώ άλλη τη θεωρεί παραφθορά του «δασύτριχος». Οι ετυμολογίες αυτές, πάντως, δεν είναι απολύτως βέβαιες.
Διαβάστε επίσης:
Τι σημαίνει «καλαμαράς» στην Κύπρο; Η ιστορία της λέξης
Η ιστορία μιας κυπριακής λέξης που ξεκίνησε από τους γραμματισμένους και κατέληξε να σημαίνει κυρίως τον Ελλαδίτη.
Η λέξη έχει και μια δεύτερη, παλιότερη σημασία. Καστρίσιης λεγόταν στην Κύπρο και ο νεωκόρος. Ο όρος συνδέεται με το βυζαντινό εκκλησιαστικό αξίωμα του καστρίσιου ή κανστρίσιου, που εκτελούσε διάφορα καθήκοντα κοντά στον αρχιερέα.
Μια μικρή κυπριακή λέξη, λοιπόν, με δύο εντελώς διαφορετικές ζωές.


F.
September 19, 2017 at 1:34 pm
Στα Ποντιακά, ρούσος / ρούσα. Ειμαστε σπάνιοι κι ωραίοι. Και φυσικά μετριόφρονες! Ευχαριστούμε για τις όμορφες πληροφορίες. ☺
Chris.Pinturicchio
September 19, 2017 at 1:39 pm
Πολύ ωραία πληροφορία. Εγώ ευχαριστώ που με τιμάτε με την παρουσία σας στο ιστολόγιο μας.