Τουτούκκη

Μεν της το πεις γιόκκα μου τζαι να το κάμει τουτούκκη..

– düdük – τούρκικη λέξη που σημαίνει αυλός, φλογέρα, σφυρίζω

Previous Post
Next Post

No Comments

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: