Δεν είναι μόνο η Ιστορία των ημερομηνιών. Είναι οι άνθρωποι, οι φυγές, οι σιωπές και η μνήμη που έμεινε μέσα στα σπίτια.
Ο διωγμός των Ελλήνων του Πόντου δεν άρχισε και δεν τελείωσε σε μία μέρα. Ήταν μια μακριά πορεία βίας, φόβου και ξεριζωμού. Ξεκίνησε να βαραίνει από το 1914 και κορυφώθηκε στα χρόνια 1919–1923.
Η 19η Μαΐου 1919 έμεινε ως σύμβολο. Εκείνη τη μέρα ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα και η περίοδος που ακολούθησε συνδέθηκε με μια ακόμη πιο σκληρή φάση διωγμών στον Πόντο.
Όμως για τους ανθρώπους που τα έζησαν, η Ιστορία δεν ήταν απλά ημερομηνίες Ήταν ο φόβος. Η σιωπή. Το παιδί που έπρεπε να μη φανεί. Η οικογένεια που έφευγε χωρίς να ξέρει αν θα ξαναβρεί δρόμο.

«Φύγανε βράδυ», λέει μια οικογενειακή αφήγηση. Και λίγο πιο κάτω, όλη η αγωνία χωρά σε μια φράση: «θα μας προδώσει», για ένα μωρό που έκλαιγε μέσα στο σκοτάδι.
Αλέξανδρος Τοπαλίδης
Μερικές φορές αυτά τα μικρά αποσπάσματα λένε περισσότερα από μεγάλες περιγραφές. Ο διωγμός δεν ήταν μόνο μετακίνηση πληθυσμών πάνω σε έναν χάρτη. Ήταν μια μάνα που προσπαθούσε να κρατήσει ήσυχο το παιδί της για να σωθούν όλοι. Ήταν άνθρωποι που περπατούσαν τη νύχτα και κρύβονταν την ημέρα. Η φυγή δεν είχε τάξη. Είχε βιασύνη, τρόμο και σιωπή.
Ύστερα άρχιζαν οι ενδιάμεσοι τόποι. Άλλοι πέρασαν από τη Ρωσία, άλλοι από το Βατούμ, άλλοι έφτασαν μετά από χρόνια στην Ελλάδα. Κανείς δεν ερχόταν ακέραιος. Έφερνε μαζί του ό,τι είχε σωθεί. Όχι πάντα από την περιουσία. Πιο συχνά από τη μνήμη.
Αλέξανδρος Τοπαλίδης

Η Ελλάδα όμως δεν ήταν πάντα ένα έτοιμο καταφύγιο. Για πολλούς πρόσφυγες ήταν ένας τόπος που έπρεπε να ξαναχτιστεί από την αρχή. Στο Βελέσνικο, οι πρώτοι Πόντιοι πρόσφυγες περιγράφονται ως «περήφανοι Πόντιοι», άνθρωποι που «χτίσανε το Βελέσνικο» πάνω στα ερείπια ενός παλιού χωριού.
Δημήτριος Βαμβακίδης
Εκεί ο ξεριζωμός άλλαξε μορφή. Από απώλεια έγινε δουλειά. Έγινε λάσπη, πέτρα, σπίτι, σχολείο, εκκλησία, κοινότητα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έφεραν μόνο τον πόνο τους. Έφεραν και έναν τρόπο για να ζήσουν.
Γι’ αυτό και η φράση «αγράμματοι σοφοί» μοιάζει τόσο σωστή.
Δημήτριος Βαμβακίδης

Δεν μιλά για ανθρώπους χωρίς γνώση. Μιλά για ανθρώπους που είχαν μάθει μια δύσκολη σοφία: να ξαναστήνεις ζωή, ενώ έχεις χάσει σχεδόν τα πάντα.
Ακόμη κι όταν στήθηκαν τα σπίτια, έπρεπε να στηθούν και οι σχέσεις. Οι προσφυγικές κοινότητες κράτησαν για χρόνια έναν πιο κλειστό κύκλο. Ίσως από άμυνα. Ίσως για να μη χαθεί η συνέχεια. Με τον καιρό όμως η απόσταση από τους ντόπιους άρχισε να μικραίνει. Μια απλή λέξη το λέει πολύ όμορφα: «συμπεθεριάσανε».
Αντώνιος Καγκελίδης
Έτσι η προσφυγική ταυτότητα δεν χάθηκε. Άλλαξε θέση. Από σύνορο έγινε συγγένεια. Έγινε γειτονιά, γάμος, κοινή ζωή. Κάτι χάθηκε, κάτι ανακατεύτηκε, κάτι σώθηκε επειδή δεν έμεινε ακίνητο.
Και τελικά η μνήμη άντεξε εκεί όπου συχνά δεν κοιτά η μεγάλη Ιστορία: μέσα στο σπίτι.
«Όλες τις αρχές τις παίρνεις από τη γιαγιά».
Αικατερίνη Ισκεντερίδου

Σε αυτή τη φράση χωρά σχεδόν όλη η συνέχεια της ποντιακής μνήμης. Όχι μόνο μέσα από επετείους και λόγους, αλλά μέσα από τη γλώσσα, το φαγητό, τις ιστορίες, τις συμβουλές, τις σιωπές.
Ο Πόντος έμεινε στη γιαγιά. Στο τραπέζι. Στη φωνή. Στον τρόπο που μια οικογένεια θυμάται χωρίς πάντα να το λέει.
Και ίσως γι’ αυτό άντεξε.
Γιατί πέρασε από την Ιστορία στην καθημερινή ζωή.
Σημείωση:
Οι φράσεις των Αλέξανδρου Τοπαλίδη, Δημητρίου Βαμβακίδη, Αντωνίου Καγκελίδη και Αικατερίνης Ισκεντερίδου προέρχονται από προφορικές/οικογενειακές μαρτυρίες στο Istorima Archive.

