Μικρά που έμειναν στο Περιθώριο

Ο Διονύσιος Σολωμός πέρα από τον εθνικό ύμνο

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1798, σε μια εποχή που όλα ήταν αυστηρά χωρισμένα: τάξεις, καταγωγές, ρόλοι. Ήταν εξώγαμος γιος του κόντε Νικόλαου Σολωμού και μιας υπηρέτριας, της Αγγελικής Νίκλη. Ο πατέρας του τον αναγνώρισε λίγο πριν πεθάνει, όμως το βάρος αυτής της αρχής τον ακολούθησε για χρόνια. Από παιδί έμαθε τι σημαίνει να ανήκεις, αλλά να νιώθεις και λίγο στο περιθώριο.

Στα δέκα του στάλθηκε στην Ιταλία. Εκεί έμεινε σχεδόν μια δεκαετία, σπούδασε, διάβασε πολύ, έγραψε τα πρώτα του ποιήματα στα ιταλικά. Όταν επέστρεψε στα Επτάνησα, ήταν ήδη ένας μορφωμένος νέος, αλλά η ελληνική γλώσσα δεν του ερχόταν πια φυσικά. Έπρεπε να την ξαναβρεί. Και αυτή η επιστροφή στη γλώσσα δεν ήταν απλώς μάθημα — ήταν σαν να ξαναβρίσκει τον τόπο του.

Η Ελληνική Επανάσταση τον συγκλόνισε. Μέσα σε εκείνη τη φωτιά γράφτηκε ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Όχι σαν πολεμικό τραγούδι, αλλά σαν στοχασμός για το τι σημαίνει ελευθερία, πόνος, θυσία. Οι δύο πρώτες στροφές έγιναν ο εθνικός ύμνος, όμως το ποίημα ολόκληρο είναι κάτι πολύ πιο βαθύ.

Ο Σολωμός δεν ήταν εύκολος άνθρωπος. Ζούσε λιτά, απέφευγε τις πολλές συναναστροφές, δούλευε τους στίχους του ξανά και ξανά, σχεδόν βασανιστικά. Πολλά έργα του έμειναν αποσπασματικά — όχι γιατί δεν μπορούσε να τα τελειώσει, αλλά γιατί δεν ήθελε να συμβιβαστεί. Για εκείνον, η ποίηση δεν ήταν παραγωγή. Ήταν στάση ζωής.

Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε στην Κέρκυρα, σχετικά μόνος, με λίγους ανθρώπους γύρω του, περιπάτους και σιωπή. Πέθανε το 1857, χωρίς να έχει ζήσει τη μεγάλη αναγνώριση που θα ερχόταν αργότερα. Η Ελλάδα τον έκανε εθνικό ποιητή όχι μόνο επειδή έγραψε για την πατρίδα, αλλά επειδή της έδωσε γλώσσα.

Και κάπως έτσι, μετά τον θάνατό του, άρχισε να συμβαίνει αυτό που συμβαίνει συχνά με τους ποιητές: οι άνθρωποι θέλησαν να τον κάνουν σύμβολο. Να του δώσουν μορφή. Να τον “στήσουν” κάπου, για να υπάρχει μπροστά τους.

Το άγαλμά του στήθηκε στη Ζάκυνθο το 1902, ύστερα από πανελλήνιο έρανο και μεγάλες τελετές. Στάθηκε στην κεντρική πλατεία του νησιού, σαν μια δημόσια υπόσχεση ότι δεν θα ξεχαστεί.

Όμως το 1953, ο σεισμός ισοπέδωσε τη Ζάκυνθο. Ο ανδριάντας κατέρρευσε. Το σώμα του αγάλματος έσπασε και έμεινε στο έδαφος. Όρθιο έμεινε μόνο το βάθρο, με τα ίχνη από τα πέλματά του, λες και είχε σηκωθεί να φύγει.

Για χρόνια το άγαλμα έμεινε παραμελημένο. Αργότερα αποκαταστάθηκε και μεταφέρθηκε στο Μουσείο Σολωμού, μακριά από την πλατεία και τον θόρυβο. Και ίσως εκεί να στέκει πιο σωστά: όχι σαν επιβλητικό μνημείο, αλλά σαν μνήμη.

Όπως και ο ίδιος ο Σολωμός. Ένας ποιητής που δεν έζησε για τα βάθρα, αλλά για κάτι πιο αθόρυβο. Και που απέδειξε ότι η αληθινή ελευθερία, όπως και η αληθινή ποίηση, δεν χρειάζεται να φωνάζει για να αντέχει.

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.