Μικρά που έμειναν στο

Το μεγαλείο του Παπαδιαμάντη

Συνομιλία όπως την έγραψε ο Σταμάτης Σταματίου:

Παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων. ῏Ηταν ὥρα δειλινοῦ καὶ ἐγὼ καθόμουνα σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς “᾿Ακροπόλεως” εἰς τὴν Στοὰν τοῦ Πάππου, τότε. ῎Αλλος κανεὶς μοῦ φαίνεται ἀπὸ τὴν σύνταξι δὲν ἤτανε ἐκεῖ […]. Κάτι ἔγραφα ὅμως ἐκείνη τὴ στιγμή, καὶ ἤμουνα ἀπορροφημένος μὲ τὴν ἐργασία, ὅταν μέσα στὸ θαμπὸ φῶς τῆς ἑσπέρας, ποὺ γινότανε βαθύτερον εἰς τὸ γραφεῖον, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ μπῆκε ἕνας ἄνθρωπος, μᾶλλον ὑψηλός, κακοντυμένος, […] μὲ ροῦχα ὁπωσδήποτε ἀπεριποίητα καὶ μακρὺ ἐπανωφόρι τριμμένο. Παρὰ τὴν φτωχικὴ ἐμφάνισιν, […] ἀπὸ τὰ μάτια του ἔσταζε μιὰ γλύκα. ᾿Εμπῆκε συνεσταλμένος.

– ῾Ο κύριος Σίγμα;

᾿Ενόμισα πὼς ἦταν κανένας ἀπὸ τοὺς φτωχούς, ποὺ συστημένοι εἰς ἐμὲ ἀπὸ τὴ διαχείρισι, ἤρχοντο νὰ πάρουνε σημείωμα γιὰ νὰ λάβουν τὸ χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.

– ᾿Εγὼ εἶμαι, τοῦ ἀπήντησα, ἀλλὰ καθῆστε μιὰ στιγμή, σᾶς παρακαλῶ, νὰ τελειώσω κάτι ποὺ γράφω ἐδῶ καὶ ἀμέσως θὰ σᾶς διευκολύνω.

Εκάθησε σκυφτὸς μὲ γυρμένο τὸ κεφάλι καὶ κύτταζε διαρκῶς τὸ πάτωμα.

– ῾Ο κακομοίρης, σκέφθηκα, φτώχεια μεγάλη θά ᾿χη!

Καὶ τὸν κύτταζα μὲ βλέμμα πονεμένο καὶ μιὰ συμπάθεια μεγάλη ποὺ ἔφτανε μέχρι συγκινήσεως.

– ῾Ορῖστε, τοῦ εἶπα, ἅμα ἐτελείωσα.

– Μὲ ζητήσατε;

– ῎Οχι, ἐγὼ δὲν σᾶς ζήτησα, ἀλλὰ ξέρω γιατὶ ἤρθατε καὶ θὰ τελειώσω ἀμέσως τὴ δουλειά σας.

Μοῦ φαίνεται ὅτι δίναμε δέκα δραχμὰς σὲ κάθε ἄτομο οἰκογενείας.

Σημειωτέον ὅτι ἡ “᾿Ακρόπολις”, ἡ ὁποία ἔκαμνε τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες τὶς μεγάλες αὐτὲς φιλανθρωπικὲς χειρονομίες, κινδύνευε νὰ μὴ βγῆ γιὰ ἔλλειψι χαρτιοῦ, οἱ δὲ συντάκται της νὰ μὴν πάρουν οὔτε δέκα δραχμὰς γιὰ νὰ περάσουν τὰ Χριστούγεννα.

Γιὰ νὰ κανονίσω τὸ ποσὸν ὅπου θὰ ἔπαιρνε, ἠθέλησα νὰ μάθω τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του.

– Εἶσθε παντρεμένος;

– ῎Οχι… ἀκόμη! μοῦ εἶπε μ᾿ ἕνα πικρὸ μειδίαμα.

– ῎Εχετε ἄλλη οἰκογένεια;

– Δύο ἀδελφές, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ.

Γιὰ νὰ τὸν βοηθήσω περισσότερο, ἐσκέφθηκα νὰ κάμω μία πλαστογραφία. Νὰ συμπεριλάβω ὡς συγκατοικούσας εἰς τὰς ᾿Αθήνας μὲ αὐτὸν καὶ τὰς ἀδελφάς του καὶ ἔκαμα μίαν ἀπόδειξιν γιὰ τριάκοντα δραχμές.

– Λαμβάνεις τὸν κόπο, τοῦ εἶπα, νὰ περάσης ἀπὸ τὸ λογιστήριον;

Εὐχαρίστησε ψιθυριστά, καὶ συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, ἀλλὰ σὰν νὰ κοντοστεκότανε.

– Κι αὐτὰ τί νὰ τὰ κάμω; Δὲν τὰ θέλετε;

Καὶ μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πὼς ἦταν πιστοποιητικὰ ἀπορίας.

– Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, ἐμᾶς δὲν μᾶς χρειάζονται.

᾿Εσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε σκυφτὸς νὰ φύγη, ξαναγύρισε.

– Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγὼ μὲ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;

– Δὲν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τὸν λόγον σας, Χριστούγεννα εἶναι τώρα.

– Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν τὰ πάρετε αὐτά, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω χρήματα.

– Μά, δὲν τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ χρήματα, σᾶς τὰ δίνουμε ἡμεῖς!…

– ῎Ε, τότε, πᾶρτε κι ἐσεῖς ἐτοῦτα ποὺ μοῦ τὰ ζητήσατε. Καὶ τὰ ἄφησε σιγὰ καὶ μαλακὰ ἀπάνω στὸ τραπέζι.

᾿Εσκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικὰ τὸ λογιστήριο.

– Μὰ τί εἶναι, ἐπὶ τέλους, αὐτά, τοῦ λέω, ποὺ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τὰ πάρουμε;

– Τὸ διήγημα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ μοῦ ἐζητήσατε.

– Τὸ διήγημα τῶν Χριστουγέννων… καὶ ποιός εἶσθε ἐσεῖς;

– ῾Ο ᾿Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

– Ο ἴδιος;

–Ο ἴδιος καὶ ὁλόκληρος!

῎Επεσε τὸ ταβάνι καὶ μὲ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σὰν νὰ στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νὰ συνέλθω.

῾Ο ᾿Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτὸς ὁ πρίγκηψ τῶν ῾Ελλήνων λογογράφων, ποὺ τὸν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμᾶτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καὶ μεγαλοπρέπεια, αὐτός!… Αὐτός, ποὺ στεκότανε μὲ συστολὴ μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!… Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔδωκε γλυκὲς πνευματικὲς καὶ ψυχικὲς συγκινήσεις, ποὺ ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινοὺς κι ἐζωντάνεψε ἐμπρός μας ἀνθρώπους μακρινοὺς κι ἄγνωστους, ποὺ τοὺς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σὰν νὰ περάσαμε μιὰ ζωὴ μαζί, αὐτὸς σὲ μιὰ τέτοια κατάσταση, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!… Τοῦ ἔσφιξα τὸ χέρι χωρὶς νὰ ἠμπορῶ οὔτε μία λέξι νὰ προφέρω. ᾿Απὸ τὴν ταραχή μου καὶ τὴ σαστιμάρα μου οὔτε τὸ φῶς δὲν ἄναψα. Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστὸ χέρι νὰ σφίγγη τὸ δικό μου καὶ τὸν ἔχασα μέσα εἰς τὸ σκοτάδι. Ἔμεινε ὅμως πίσω μιὰ μοσχοβολιὰ κηριοῦ ποὺ λυώνει ἐμπρὸς στὶς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπὸ τοῦ καντηλιοῦ τὸ σβύσιμο, κάτι ἀπὸ θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ…

 

Πίνακας: Ράλλης Κοψίδης

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: