Μικρά που έμειναν στο

Γιώργος Κοτζιούλας – Από μικρός στα γράμματα

Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’ αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.

***********************

Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ’ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ’ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοί του … Κάθε ξένος δάσκαλος που διορίζονταν στο χωριό μας φρόντιζε να φύγει το γληγορότερο από κει. Θα ’πρεπε να μην έχει κανέναν προστάτη ή να τον κυνηγάει κάποιος με πείσμα, για να μην μπορέσει να μετατεθεί κάπου αλλού. Και πώς να ζήσει αλήθεια ένας ξενοφερμένος σ’ εκείνα τα κακοτόπια, όπου οι άνθρωποι δε χόρταιναν ούτε ψωμί;

***********************

Από τα παιδιά του χωριού που ’ρχονταν στο σκολειό, πολύ λίγα ήταν όσα δεν παίρναν τα γράμματα, όσα δεν τους έκοβε το μυαλό. Οι άλλοι μάθαιναν εύκολα εκείνα που έλεγε ο δάσκαλος. Μα σταματούσαν στην τετάρτη τάξη, γιατί ήταν χρειαζούμενοι στο σπίτι.[…] Τα είχαν βοηθούς στις δουλειές τους, στα γίδια, στα χωράφια, παντού. Οι άντρες έλειπαν, δούλευαν, και τα παιδιά ήταν χρήσιμα από έξι-εφτά χρονών. Τις καλοκαιρινές διακοπές αντικαθιστούσαν τους μεγάλους. Αλλά και τις καθημερινές δεν τ’ άφηναν έτσι τις διαθέσιμες ώρες. Όταν λοιπόν οι μεγάλοι έβλεπαν πως προτιμούσαν και τα ίδια να λείψουν από το βάσανο του σχολειού, τα ’κοβαν από κει μια ώρα αρχύτερα, για να γίνουν γιδάρηδες ή τεχνίτες ή σκαφτιάδες, σαν τους πατεράδες τους. Ο πατέρας μου, αντίθετα προς όλους σχεδόν τους άλλους χωριανούς, είχε από φυσικού του μεράκι για γράμματα και δεν έχανε την ευκαιρία να κάνει συντροφιά πρόσωπα ανώτερά του, προπαντός γραμματισμένους

***********************

Στο γράψιμο τα κατάφερνα μια χαρά, το άριστα το ’παιρνα με το σπαθί μου. Μόνο στην απαγγελία, στις φιγούρες, δεν έφτιανα τίποτε. Φοβόμουν, ήμουν άτολμος. Με πονούσε συχνά τ’ αυτί, μάζευε και καμιά φορά, λοιπόν αυτό μου έφερνε ντροπή που την κρατούσα μέσα μου και δεν την έδειχνα σε κανέναν. Έμαθα να θεωρώ τον εαυτό μου κατώτερον απ’ τους άλλους και όπου χρειάζονταν θάρρος, απόφαση, εγώ ερχόμουν τελευταίος απ’ όλους.

***********************

Εμείς δεν ξέραμε ούτε μπάλες ούτε χαρταϊτούς ούτε σιδερόδρομους. Αυτά δε συνηθίζονταν εκεί, γιατί θέλουν παράδες κι εμείς δεν είχαμε. Ένα φτηνό βραγκανίδι όλο όλο μας έπαιρναν οι δικοί μας όταν είμασταν μικρά, στη σαρμανίτσα, να μας το βροντάν αποπάνω και να μερώνουμε, να παύουμε το κλάμα. Αυτό το μοναδικό μας παιγνίδι φυλάγουνταν ύστερα για τ’ άλλα παι­διά που θα ‘ρχονταν πίσω από μας. Κι όταν μεγαλώναμε λιγάκι, φκιάναμε παιγνίδια μόνοι μας με το υλικό που βρίσκονταν γύρω: την πέτρα, το ξύλο, το χώμα. Χτίζαμε καλυβάκια που τα σκε­πάζαμε με καλαμιές και με χώμα. Κόβαμε κλωνάρια κουφοξυλιάς που τους αδειάζαμε την ψίχα και γίνονταν «σ’τουκανάρες» ή «σ’φέκες», όπλα βροντερά, με κακαράντζες αντίς για σφαίρες. Ξεφλουδίζαμε επιδέξια βέργες, από σκαμνιά ή συκιά, πέρα την άνοιξη, και κάναμε ντουντούκια, που λαλούσαν μια χαρά, ή μι­κρές τσαμπούνες από πράσινες κολοκυθιές. Οι γλιστερές σκαμνόφλουδες πάλι ήταν ένα κι ένα για σφεντόνες («βόγγες» τις λέγαμε απ’ τον ήχο που έκαναν στριφογυρνώντας). Ή παίρναμε χλωρά κοτσάνια καλαμποκιού, που του είχαμε ψήσει τη ρόκα πιο πρίν, και σου μαστορεύαμε άψε-σβήσε ένα βιολί, να γρατσανάει μερακλίδικα κι εσύ να τα συνοδεύεις με το τραγούδι, γέρνοντας λίγο το κεφάλι σαν το Γιώργο Γύφτο:

Βάρτο, Γιώργο μ’, βάρτο,

το έρημο βιολί,

να σκούζει, να βελάζει

σαν το μικρό παιδί…

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: