Μικρά που έμειναν στο

Rousseau Jean-Jacques – Πόθος και ερωτισμός

Ποιος θα πίστευε ποτέ ότι ένα αθώο ξύλο που έφαγα οχτώ χρονών από μια κοπέλα τριάντα θα καθόριζε διά βίου τα γούστα μου, τους πόθους μου, τα πάθη μου κι εμένα τον ίδιο, και μάλιστα σε μια κατεύθυνση εντελώς αντίθετη από εκείνη που θα είχα ακολουθήσει φυσιολογικά; Την ώρα ακριβώς που ξυπνούσαν οι αισθήσεις μου, ο ερωτισμός μου παραπλανήθηκε τόσο πολύ, ώστε περιορίστηκε σ’ αυτό που είχε βιώσει, και δεν διανοήθηκε ποτέ να αναζητήσει οτιδήποτε άλλο. Με μια αισθησιακότητα που έβραζε στο αίμα μου από την ώρα σχεδόν που γεννήθηκα, παρέμενα άσπιλος και αγνός σε μια ηλικία όπου και οι πλέον ψυχρές ή καθυστερημένες ιδιοσυγκρασίες έχουν αναπτυχθεί. Φλεγόμενος επί έτη ετών χωρίς να ξέρω από τί, καταβρόχθιζα με άπληστα μάτια τις όμορφες γυναίκες, και τις έφερνα αδιάκοπα στο νου μου, αλλά μονάχα για να τις χαρώ με τον δικό μου τρόπο, κάνοντάς τες όλες δεσποινίδες Λαμπερσιέ.

Ακόμα και μετά την εφηβεία, η περίεργη αυτή επιθυμία, η οποία ήταν πάντα παρούσα και έφθανε τα όρια της διαστροφής, τα όρια της μανίας, διατήρησε ακέραια τα χρηστά μου ήθη, μολονότι θα έπρεπε να τα είχε διαφθείρει. Αν υπάρχει ηθική και αυστηρή ανατροφή, είναι οπωσδήποτε η δική μου. Οι τρεις θείες μου δεν είχαν μόνο υποδειγματικό ήθος, αλλά και μια ευπρέπεια που οι γυναίκες έχουν χάσει προ πολλού· ο πατέρας μου, ευδαιμονιστής μεν και κατακτητής, αλλά της παλιάς σχολής, δεν πρόφερε ποτέ μπροστά σε γυναίκες, και ιδιαίτερα σ’ εκείνες που του άρεσαν, λόγια που θα έκαναν μια παρθένα να κοκκινίσει· και ελάχιστες οικογένειες τήρησαν ποτέ τόσο ευλαβικά τον σεβασμό που οφείλεται στα παιδιά. Στο σπίτι του κυρίου Λαμπερσιέ δεν έδιναν λιγότερη σημασία σ’ αυτό το θέμα. Κάποτε μάλιστα έδιωξαν μια θαυμάσια υπηρέτρια για μια πονηρή κουβέντα που είχε ξεστομίσει μπροστά μας. Όχι μόνο δεν είχα, ώς την εφηβεία μου, καμιά ξεκάθαρη ιδέα σχετικά με την ερωτική επαφή, αλλά και η συγκεχυμένη εντύπωση που είχα δεν πήρε ποτέ στο μυαλό μου μια όψη που να μην ήταν αηδής και αποκρουστική. Οι κοινές γυναίκες μού προκαλούσαν μια φρίκη η οποία δεν με εγκατέλειψε ποτέ· δεν μπορούσα να δω έναν έκδοτο άνθρωπο χωρίς να αισθανθώ περιφρόνηση, ή ακόμα και τρόμο. Η αποστροφή μου για την ακολασία είχε πάρει αυτές τις διαστάσεις από την ημέρα που, πηγαίνοντας στο Πετί Σακονέξ από μια στενοποριά, είδα κάτι σπηλιές στις δύο πλευρές του δρόμου και μου είπαν πως μέσα εκεί ζευγάρωναν οι άνθρωποι. Τα όσα είχα δει από το ζευγάρωμα των σκύλων μού έρχονταν λοιπόν πάντα στο νου όταν σκεφτόμουν τα άλλα ζευγαρώματα, και στην ανάμνηση και μόνο αυτού του θεάματος μου γύριζε το στομάχι.

Οι προκαταλήψεις της ανατροφής μου, που αρκούσαν και μόνες τους για να καθυστερήσουν τις πρώτες εκρήξεις μιας φλογερής ιδιοσυγκρασίας, υποβοηθήθηκαν, όπως εξήγησα, από την εκτροπή στην οποία με οδήγησαν οι πρώτες νύξεις της λαγνείας. Μην μπορώντας να διανοηθώ κάτι άλλο απ’ αυτό που είχα ζήσει, παρ’ όλη την πίεση των πολύ ασφυκτικών ήδη εξάψεων, έστρεφα μοιραία τις επιθυμίες μου στο είδος της ηδονής που είχα γνωρίσει και δεν έφτανα ποτέ σ’ εκείνο που μου είχαν καταστήσει ειδεχθές, και το οποίο δεν απείχε διόλου από το άλλο, χωρίς όμως εγώ να έχω την παραμικρή υπόνοια γι’ αυτό. Στις τρελές φαντασιώσεις μου, στις παράφορες ερωτικές μου εξάρσεις, στα αλλόκοτα πράγματα στα οποία με εξωθούσαν καμιά φορά, ανέτρεχα με τη φαντασία μου στη βοήθεια του άλλου φύλου, χωρίς να μου περνάει ποτέ από το νου πως προσφερόταν για οποιαδήποτε άλλη χρήση πέρα από εκείνη για την οποία τόσο διακαώς το προόριζα.

*************************************

Πριν περάσει ένας χρόνος, είχα εξαντλήσει τα φτωχά αποθέματα της Τριμπύ και βρέθηκα με τις ελεύθερες ώρες μου οδυνηρά κενές. Οι παιδικές και οι μόρτικες μανίες μου είχαν περάσει πια χάρη στα βιβλία, τα οποία, όσο κι αν ήταν διαλεγμένα στην τύχη, και κακά πολλές φορές, γεννούσαν στην ψυχή μου αισθήματα ευγενέστερα από αυτά που μου είχε εμπνεύσει το περιβάλλον μου. Αηδιασμένος από όλα όσα μου ήταν εφικτά, και βλέποντας πως ό,τι θα μπορούσε να με ελκύσει ήταν ανέφικτο, δεν έβρισκα τίποτα ικανό να συγκινήσει την καρδιά μου. Οι αισθήσεις μου είχαν ξυπνήσει από καιρό και μου ζητούσαν μια ηδονή της οποίας δεν μπορούσα καν να φανταστώ το είδος. Ο νους μου ήταν τόσο μακριά από την αλήθεια, λες και δεν είχα τα διακριτικά του φύλου μου. Αλλά ήμουν ήδη έφηβος και θερμόαιμος, και καμιά φορά μου έρχονταν στο νου οι παιδικές μου ορέξεις, χωρίς όμως να βλέπω τίποτα πέρα απ’ αυτές. Σ’ αυτή την περίεργη κατάσταση, η ανήσυχη φαντασία μου βρήκε μια λύση που με γλίτωσε από τον εαυτό μου και καταλάγιασε το πρώτο ξύπνημα της λαγνείας: να τρέφεται με καταστάσεις που με είχαν συγκινήσει στα βιβλία, να τις αναθυμάται, να τις παραλλάζει, να τις συνδυάζει και να τις κάνει δικές μου, μέχρι που να μεταμορφώνομαι σε κάποιο από τα πρόσωπα που φανταζόμουν, να βλέπω πάντα τον εαυτό μου στους ρόλους που μου άρεσαν, και η φανταστική ζωή μου να με κάνει τελικά να ξεχνάω την πραγματική, η οποία μου ήταν τόσο δυσάρεστη. Η αγάπη μου για τις φανταστικές καταστάσεις και η ευκολία με την οποία παραδινόμουν σ’ αυτές κορύφωσαν την αποστροφή μου για όλα όσα με περιέβαλλαν και με έστρεψαν προς τη μοναχικότητα, μια τάση που έκτοτε δεν με εγκατέλειψε ποτέ. Ο αναγνώστης θα συναντήσει πολλές φορές στη συνέχεια τα περίεργα αποτελέσματα αυτής μου της διάθεσης, που μοιάζει τόσο σκυθρωπή, τόσο μισάνθρωπη, ενώ η αλήθεια είναι ότι πηγάζει από μια καρδιά υπέρμετρα τρυφερή, υπέρμετρα συναισθηματική και στοργική, η οποία αναγκάζεται να τρέφεται με χίμαιρες επειδή δεν βρίσκει άλλα πλάσματα που να της μοιάζουν. Προς το παρόν, μου αρκεί να επισημάνω την αρχική πηγή και την προέλευση μιας κλίσης που μεταμόρφωσε όλα μου τα πάθη, που τα αναχαίτισε κλείνοντάς τα στον εαυτό τους, και με έκανε να μένω αδρανής επειδή ακριβώς είχα τόσο φλογερές επιθυμίες.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο Οι εξομολογήσεις του Ζαν Ζακ Ρουσσώ

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου

Πίνακας: Roberto Ferri

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: