Μικρά που έμειναν στο

Η λατρεία του Πάνα στην Ελλάδα – Μικρό ιστορικό

Η ελληνική μυθολογία δεν αποτελείται από μια ενιαία σειρά αφηγήσεων, αλλά από μύθους που ενώ κινούνται γύρω από ένα κεντρικό άξονα έχουν δεχτεί επιδράσεις, διαφοροποιήσεις και ιδιομορφίες από τις περιοχές όπου έγιναν αποδεκτοί.

Αυτό ισχύει και για τη λατρεία του τραγοπόδαρου Θεού Πάνα η οποία, ενώ φέρει χαρακτηριστικά της αρκαδικής της προέλευσης, όταν έκανε την εμφάνισή της στην Αττική και τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, δέχτηκε τοπικές επιδράσεις και διαφοροποιήσεις.

Οι Αθηναίοι

Όσον αφορά τον αττικό χώρο ο μύθος λέει ότι γύρω στο 450 π.Χ., κατά τη μάχη του Μαραθώνα, οι Αθηναίοι είχαν στείλει στη Σπάρτη τον περίφημο δρομέα Φειδιππίδη για να ζητήσει τη βοήθεια των Σπαρτιατών κατά των Περσών. Κοντά στην Τεγέα ο δρομέας συνάντησε το Θεό Πάνα ο οποίος τον διέταξε να πει στους Αθηναίους ότι θα έχουν τη βοήθειά του κατά των Μήδων, εάν δεχτούν τη λατρεία του στο χώρο τους. (Παυσανίας: Αττικά τομ. 1 κεφ. 28, 4). Οι Αθηναίοι ίδρυσαν βωμό κοντά στα ιερό του θεού Απόλλωνα, στην Ακρόπολη, και εισήγαγαν μ’ αυτό τον τρόπο τη λατρεία του Πάνα. Ο θεός κράτησε την υπόσχεσή του και σκόρπισε τον «πανικό» στους Πέρσες, προσφέροντας τη νίκη στους Αθηναίους. Από τότε έγινε ένας από τους πιο αγαπητούς θεούς στο χώρο της Αττικής.

Βέβαια για την ελληνική συνείδηση ο Πάνας αντιπροσώπευε την εικόνα του ζώου και βοσκού και ήταν προσωποποίηση της αποτυχημένης και αχαλίνωτης σεξουαλικότητας.

Με τη μουσική του ικανότητα μπορούσε ν, αναποδογυρίζει την ψυχοφυσική κατάσταση ενός ή πολλών ανθρώπων μέσα από την εκδήλωση του πανικού.

Λατρεία

Οι Αθηναίοι και οι άλλοι Έλληνες καθιέρωσαν ως τόπο λατρείας του Πάνα τις σπηλιές, δημιουργώντας φυσικά ιερά, απομακρυσμένα από τα αστικά κέντρα. Εκεί λάτρευαν και άλλες θεότητες που είχαν σχέση με τη φύση και τη βουκολική ζωή: τον Ερμή και τις Νύμφες, τον Απόλλωνα Νόμιο, τον Αχελώο και το Διόνυσο.

Όταν ο χώρος δεν προσφερόταν για δημιουργία ιερού, προτιμούσαν να σκάψουν το βράχο, ώστε να πάρει μορφή κοιλώματος, παρά ν, αναγείρουν ναό στο θεό, όπως έκαναν για τις άλλες θεότητες. Μπορούμε να κατανοήσουμε αυτήν την τάση εάν αναλογιστούμε ότι ο Πάνας αντιπροσώπευε κάποιο βοσκό περιτριγυρισμένο από το κοπάδι του και καθισμένο σε βράχο, όπως τον παρουσιάζουν τα περισσότερα σπηλαιόμορφα ανάγλυφα από τα τέλη του 5ου αι. και σ, όλη τη διάρκεια του 4ου αι. π.Χ.

Η σπηλιά είχε µια συµβολική σηµασία. Συµβόλιζε κάτι που δεν ήταν απαραίτητο στο θεό όσο η λατρεία του υπήρχε µόνο στην κακοτράχαλη δασώδη Αρκαδία, όπου λατρευόταν σε ναούς και ιερό. Εκεί ο Πάνας δέσποζε τόσο µε την παρουσία του ώστε η περιοχή ονοµαζόταν Πανία από το ονοµά του. Ήταν το έµβληµα της ενότητας του κοινού των Αρκάδων και συνλατρευόταν µε το Λυκαίο Δία.

Έξω από το χώρο της Αρκαδίας, η σπηλιά θύμιζε στους Αθηναίους τον τόπο γένεσης του µύθου. Η σπηλιά, ταυτισµένη µε την ορεινή Αρκαδία και την υπόσταση του θεού, αποτελούσε τον πλέον κατάλληλο χώρο όπου ο Έλληνας της Αττικής σκέφτηκε να τοποθετήσει τη θεότητα από τη στιγμή που τη µετέφερε στο δικό του τόπο διαφορετικό γεωλογικά και πολιτιστικά από τον τόπο της γέννησής της.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Παυσανίας δεν αναφέρει καμιά σπηλιά στην περιοχή της Αρκαδίας, αφιερωμένη στη θεότητα. Αναφέρει τη λέξη «ιερά» διάσπαρτα σ, όλη την περιοχή.

Αλλά «ιερό» μπορεί να θεωρηθεί και ένα βουνό, όπως το Μαίναλο ή το βουνό της Λάμπειας, όπου άκουγαν τη φλογέρα του θεού, ή μια σπηλιά ή ένας ναός που δεν υστερεί σε τίποτα από τους ναούς που ήταν αφιερωμένοι σε άλλες θεότητες π.χ. στην Ηραία, στη Λυκόσουρα, στο Μέγαρο της Δέσποινας όπου υπήρχε ιερό του Πάνα στο οποίο έφθανε κανείς περνώντας από σκάλα.

Ο άνθρωπος των ιστορικών χρόνων που δέχτηκε τον Αρκάδα θεό στο δικό του τοπικό πλαίσιο, ήταν αδύνατο να του αφιερώσει ναό γνωρίζοντας τι αντιπροσώπευε η θεότητα γι, αυτούς που τη λάτρεψαν στη γενέτειρά της.

Αρκαδία

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αρκαδία αντιπροσώπευε κάτι το διαφορετικό για τους υπόλοιπους Ελληνες, κάτι που ήταν έξω από το δικό τους πολιτισμό και την ψυχοσύνθεσή του.

Παρ, όλα αυτά ο Πάνας δεν παρέμεινε ένας μέτοικος, ένας ξένος που κάποια στιγμή κατοίκησε στην Αττική, αλλά ένας θεός που αγάπησαν και λάτρευαν οι κάτοικοί της. Θεωρούσαν όμως ότι ο μόνος κατάλληλος τόπος για να πραγματοποιηθεί το τυπικό τελετουργικό της λατρείας, αλλά και να εκφραστεί η τοπική της προέλευση ήταν η σπηλιά και όχι ο ναός των κλασικών χρόνων. Αυτό υποδηλώνει ότι κατά κάποιο τρόπο έχουμε την αναβίωση της ίδιας της Αρκαδίας στο χώρο της Αττικής.

Σπήλαια της Αττικής αφιερωμένα στον Πάνα

Σύμφωνα με τη στρωματογραφική έρευνα, τα ευρήματα καλύπτουν χρονολογικά την παλαιότερη νεολιθική εποχή μέχρι την υστεροελλαδική περίοδο 111 (1600 – 1100 π.Χ.). Νεολιθικά αγγεία με εγχάρακτη διακόσμηση – αξίνα ανατολικής προέλευσης (2800 – 1900 π.Χ.), όστρακα αγγείων τεχνοτροπίας της λεγόμενης του Διμηνίου, ανθρώπινοι σκελετοί θαμμένοι, σύμφωνα με το τυπικό της λατρείας της νεολιθικής εποχής, πιστοποιούν ότι η σπηλιά λειτουργούσε σαν ιερό από αρχαιοτάτων χρόνων. Σύμφωνα πάντα με τη στρωματογραφική έρευνα η λατρεία σταμάτησε στα κλασικά χρόνια και επανήλθε από τον 5ο π.Χ. αιώνα έως τα ρωμαϊκά χρόνια. Τα ευρήματα αυτών των χρόνων είναι: ειδώλια Πανός, θηλυκές θεότητες κ.ά.

Σπηλιά Πάρνηθας (Λυχνοσπηλιά)

Ανακαλύφτηκε το 1900 από τον έφορο Σκια. Εγχάρακτη επιγραφή στην είσοδο δηλώνει ότι ήταν αφιερωμένη στο θεό Πάνα.

Τα ευρήματα απέδειξαν σε (3) στρώματα ότι η σπηλιά λειτούργησε σαν ιερό από την προϊστορική περίοδο μέχρι και τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Αφορούν προϊστορική και μυκηναϊκή κεραμική, ερυθρόμορφα αγγεία του 5ου αι., σειρά από σπηλαιόμορφα ανάγλυφα με παραστάσεις Νυμφών, Πανός Ερμή Αχελώου και πλήθος λυχναριών (σχεδόν 2.000) με χριστιανικά σύμβολα.

Σπήλαιο Πανός Β.Δ. πλευρά Ακρόπολης

Εδώ τοποθέτησαν για πρώτη φορά οι Αθηναίοι τη λατρεία του Πάνα. Ιδρύσαν βωμό και σε κοιλώματα τοποθέτησαν αναθήματα. Η ανασκαφή έγινε από την Αρχαιολογική Εταιρεία το 1896.

Νυμφαίο Πεντέλης Αττικής

Ανακαλύφτηκε το 1952 από τον έφορο Γ. Παπαδημητρίου. Βρέθηκε άθικτο με σπουδαία ευρήματα που παρέχουν ενδείξεις για τον τρόπο λατρείας. Σπηλαιόμορφα ανάγλυφα ειδώλια, λυχνάρια πιστοποιούν λατρεία κυρίως Νυμφών μέχρι το 2ο αι. μ.Χ., οπότε το νυμφαίο καταστράφηκε από την πτώση της οροφής του.

Σπηλιά Νυμφολήπτου Βάρης

Ανασκάφθηκε το 1902 από την αμερικανική Αρχαιολογική Εταιρεία. Εγχάρακτες επιγραφές σε ιωνικό και θηριανό αλφάβητο, ανδρική φιγούρα, σχεδόν σε φυσικό μέγεθος, ακέφαλο άγαλμα καθιστής θεότητας του 520 π.Χ. εξαιρετικά σπηλαιόμορφα ανάγλυφα, ειδώλια, αγγεία και νόμισμα Αθηνάς του 2 π.Χ. αι. αλλά και σειρά νομισμάτων των χρόνων του Μ. Κων/νου και του αυτοκράτορα Αρκαδίου 408 μ.Χ., δηλώνουν ότι η λατρεία συνεχίστηκε και στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.

Σπηλιά Δαφνιού (Αιγάλεω)

Ανασκάφθηκε από τον Γ. Τραυλό το 1937. Τα ευρήματα είναι μόνο 5ου αι.π.Χ. (μελανόμορφα αγγεία, λουτροφόρος, ειδώλια).

Σπηλιά Μεγάρων

Εμπεριστατωμένη ανασκαφή δεν έγινε. Το 1965 χαρτογραφήθηκε από μέλη της Ε.Σ.Ε. με υπεύθυνο τον Κ. Ζερβουδάκη, ο οποίος παρουσίασε και πίνακα αρχαιολογικών ευρημάτων (όστρακα αγγείων, ειδώλιο Πανός κ.α.).

 

 

 

Κείμενο της Χάρις Δεληγιώργη, αρχαιολόγου – ιστορικού

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο 7 ημέρες της Καθημερινής τον Αύγουστο του 1933

Πίνακας: Francisco Goya

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: