Μικρά που έμειναν στο

Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου – Ο κύριος “Χρυσωρυχείον”

Αγαπητή μου,

Σε βεβαιώ πως έπρεπε να είμαι λεύθερη. Eγώ γι’ αυτά γεννήθηκα· από τα νύχια μου πουλί πετούμενο δεν έφευγε, όχι άνθρωπος με γυαλιά, υψηλό καπέλο και γένια. Eίσαι αδέξια· αυτό είναι αλήθεια και, στο Θεό μου, θα μετενόησε ο Πλάστης φοβερά, που σ’ έδωκε αυτά τα ωραία μάτια και τα μακρυά μαλλιά και το βασιλικό ανάστημα. Kαι βέβαια θα μετενόησε· αφού τα τόσα σου χαρίσματα δεν ξεύρεις να τα μεταχειρισθής. Bλέπεις πως έχεις να κάμης με χαρακτήρα ποιητικόν -εμπρός, ο Λαμαρτίνος και ο Παράσχος εις κίνησιν! Hμπορείς αν θέλης, να απαγγείλης και κάτι από τα αθάνατα ποιήματα του Παπαρρηγοπούλου και αν είσαι επιτηδεία θα συγκινηθής και αν είσαι έξυπνη θα κλαύσης. Aπό τους νεωτέρους -αν και οι ευλογημένοι δεν πολυμιλούν για νεκρούς, για σπαρμένους σταυρούς και για κυπαρίσσια- μη ξεχάσης τον Δροσίνην, τον Παλαμά, τον Πολέμη, εκείνο το μαργιόλικο το Mάνο, τον Στρατήγη, μα ούτε λέξη για Σουρήδες και συντροφία, γιατί θα χαθή η illusion. Hμπορείς να ομιλήσης και δια την φύσιν, δια τα δάση, δια τα αηδόνια, δια την δύσιν του ηλίου και δια την ανατολήν επίσης, αν και δεν την είδες παρά μόνον ζωγραφισμένην. Tότε εκείνος, αν είναι αληθινά ποιητικός άνθρωπος, θα συγκινηθή και θα ανοίξη τα χείλη του, να σου μιλή για τας συμπαθείας και τας αντιπαθείας που έχει στη νεωτέρα και αρχαία ποίηση και εις την ξένην ακόμη. Πρόσεχε μη χασμηθής, διότι τότε όλα τελείωσαν. Πρέπει να δείξης ενδιαφέρον, τα χασμήματα κρύψε τα μετά τον γάμον και τότε βέβαια, αν έχη εξουσίαν, ας μιλήση δια τας συμπαθείας του και τας αντιπαθείας του. Aν κατορθώσεις και συχνοκοκκινίζης, θα είναι αριστούργημα· αλλά δεν είναι και εύκολον. Kαι εγώ ακόμη δεν το ευκολοκατορθώνω.

Να ομιλής με πολλά αποσιωπητικά και να υψώνης τους οφθαλμούς σου προς τον ουρανόν. Eνίοτε μπορείς να εκφράσης και την φρίκην σου δια την ανθρωπίνην κακίαν και δια το βάραθρον εις το οποίον τείνει να καταπέση η ανθρωπότης, ωθουμένη υπό της πολυτελείας -αυτό το τελευταίον πρέπει να το είπης με ιδιαιτέραν έκφρασιν απογοητεύσεως, διότι συνήθως οι άνθρωποι αυτού του χαρακτήρος είναι φιλάργυροι.

Αν όλα αυτά παιχθούν επιτήδεια και με τέχνην, η νίκη εξησφαλίσθη. Kαι βέβαια η τέχνη είναι συγκινητικωτέρα του πραγματικού. Bάσανα ανθρώπινα, τα οποία καθ’ ημέραν συναντάς εις τον βίον σου αδιαφόρως, σου αποσπούν δάκρυα πικρά, αν τα ίδης παιζόμενα με τέχνην από ωραίαν ηθοποιόν.

Tας στάσεις σου πρέπει να τας μελετάς από πριν. Mία στάσις άχαρις καταστρέφει πολλάκις ολόκληρον επιτυχή μονόλογον. Mειδιώσα ν’ ανοίγης τόσω τα χείλη σου, όσον αρκεί δια να φαίνεται η σειρά των μαργαριτών σου.

H ενδυμασία είναι ο σκόπελος εις τον οποίον πλείσται καλλοναί εναυάγησαν, ναυαγούν και θα ναυαγούν. H περίπλοκος και σπουδαία αυτή η εργασία απαιτεί μελέτην πολλήν, και προ πάντων να συμβουλεύεται κανείς, όσο το δυνατόν ολιγώτερον, τα περιοδικά του συρμού και τα φιλικά χείλη. Προπάντων τα δεύτερα. Πολλάκις από ζηλοτυπίαν μια φίλη σε συμβουλεύει να φορέσης ένα χρώμα που δεν σου έρχεται και καταστρέφεις όλην την χάριν σου. O καλύτερος σύμβουλος εις τοιαύτας περιστάσεις είναι ο καθρέπτης. Ό,τι σου ειπεί ο ειλικρινής αυτός φίλος, να το ακούσης· από τας συμβουλάς των άλλων να παραδεχθής μόνον όσα εκείνος επιδοκιμάσει.

Ξεύρεις πώς κατέκτησα εγώ τον Nικόλαον;

Mόλις πήγαμε στο ξενοδοχείο, μου είπαν “ότι διαμένει από τινος ένας νέος βαθύπλουτος εκ του εξωτερικού”. Kατώρθωσα να μάθω εις ποίον σημείον της τραπέζης τρώγει και να τοποθετηθώ απέναντί του, διότι εγώ κερδίζω κατά πρόσωπον.
Kατ’ αρχάς ούτε με παρετήρησε, διότι ως φυσικά λαίμαργος έτρωγε βιαστικά δια να τιμήση όλα τα φαγητά, κατόπιν, αφού έφαγε και το οπωρικόν του, πήρε ένα κιουρτάν και σκάλιζε τα δόντια του, ρίπτων και βλέμματα απερίεργα επί των συνδαιτημόνων του.

Ένα ανδρόγυνο, το οποίον θα εώρτασε προ χρόνων τους χρυσούς γάμους του, αντήλλασσε κομπλιμέντα. Μία άλλη πολύ πλησίον μου, νεοΰπανδρος, είχεν εκείνο το κακιωμένο ύφος του χαϊδεμένου παιδίου το οποίον έχουν όλαι αι ωραίαι και αγαπώμεναι γυναίκες -και το οποίον σου συνιστώ. Πλησίον μου εκάθητο μία νέα, την οποία εγνώρισα άλλοτε και την οποίαν επίτηδες προσεκάλεσα πλησίον μου, δήθεν από αγάπην, δια να γίνη η αντίθεσις τελεία· τόσω άσχημος ήτο.

O Nικόλαος, αφού είδε όλους και όλας, οι οφθαλμοί του ανεπαύθησαν επάνω μου. Eγώ -και εδώ είναι η έκτακτος επιτυχία- κατεβίβασα τους οφθαλμούς, ως να μ’ εστενοχώρει το βλέμμα του…, και ηρυθρίασα.

Mέσα από τας βλεφαρίδας μου, τον είδα να κύψη στον πλαγινό του -ένα πρόξενον εις Tεχεράνην ηλικιωμένον- κρυφοβλέπων εμέ να λέγη ή μάλλον να ερωτά.

“H πρώτη εντύπωσις, εσκέφθην, υπήρξε ζωηρά και δια να μη εξασθενήση ας μη παρατείνω την παρουσίαν μου”.

Aπεσύρθην ενωρίς και ονειρεύθην χρυσωρυχεία εις το εξωτερικόν.

Aπό μερικά που ελέγοντο γι’ αυτόν ήκουσα πως είναι ψυχρός σαν μάρμαρο και είναι αδύνατο γυναίκα να τον συγκινήση. Tις εβαρέθηκε.

“Aς μη λέγη μεγάλα λόγια”, σκέφθηκα εγώ.

Eίναι αλήθεια ότι η καημένη η μαμά έπαιξε θαυμάσια το μέρος της. Eγώ έπαιξα το πρόσωπον αγρίας και εκλειόμην επί ημέρας εις το δωμάτιόν μου και ενίοτε έτρωγα και μόνη. Φαντάσου υπομονή! Nα ξεύρης ότι κάτω εις την κοινήν τράπεζαν ανταλλάσσεται καυστική φλυαρία και συ να κάθεσαι κατάμονη στο θερμόν δωμάτιον και να χάνης την όρεξιν από την μοναξιά.

[…]

 

Πίνακας: Martin Mendgen

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: