Μικρά που έμειναν στο

Η περίπτωση Charles Baudelaire

Ο Μποντλέρ είναι ένα από τα φλογερά εκείνα πνεύματα στο χώρο της ποίησης που δεν χωράνε μέσα σε ρεύματα και ιστορικές κατηγοριοποιήσεις. Το έργο του αποτελεί ένα χωνευτήρι των πιο διαφορετικών αισθητικών αντιλήψεων, οι οποίες, παρ’ όλες τους τις αντιθέσεις, βρίσκουν στο πρόσωπό του τον χαρισματικό εκφραστή, τον μεγάλο τους δάσκαλο. Μεγάλος Ρομαντικός, πατέρας του Συμβολισμού, πρόδρομος του Μοντερνισμού, με έντονες επιδράσεις του Παρνασσισμού και Φορμαλιστικές αντιλήψεις. Ο Μποντλέρ είναι όλα αυτά μαζί και δεν ανήκει σε κανένα. Πώς να εξηγηθεί: Μόνο σαν δείγμα μιας λαμπρής ιδιοφυΐας; Όχι. Αντιστοιχεί περισσότερο στην εξωτερική έκφραση μιας ανελέητης εσωτερικής σύγκρουσης, μιας τυραννικής αντίφασης που βιώνει με τρόπο δραματικό ένας άνθρωπος. Και μαζί μ’ αυτόν ο κάθε άνθρωπος, ίσως γι’ αυτό αγαπήσαμε τόσο πολύ τον Μποντλέρ. Γιατί στο έργο του βρήκαμε όλα τα κομμάτια της δικής μας ψυχής. Τα Άνθη της και το Κακό της.

Ο Μποντλέρ αρχίζει να γράφει γύρω στα 1845. Ανήκει στην ιδιόρρυθμη εκείνη γενιά των ποιητών του ’40, που προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν άλλοτε σε σχέση με την προηγούμενη γενιά των μεγάλων ρομαντικών, άλλοτε μέσα από την ανάγκη τους να κατοχυρώσουν την ανεξαρτησία και την ελευθερία της αυτοέκφρασής τους, κι άλλοτε πάλι μέσα από μια “ποίηση γεννημένη από το μίσος για όλους και για τον ίδιο τους τον εαυτό”. Ένα σημαντικό στοιχείο που πρέπει ίσως να κρατήσουμε, είναι ότι ο Μποντλέρ διαμορφώθηκε σε μια περίοδο έντονης αισθητικής αναζήτησης, συζήτησης, σύγκρουσης θεωρητικών απόψεων και καλλιτεχνικών ρευμάτων. Στη διαδικασία αυτή πήρε μέρος πρώτα σαν κριτικός κι αργότερα σαν δημιουργός. Στην περίπτωση του ο Αισθητής προηγείται του Καλλιτέχνη, και η θεωρητική ενασχόληση με την Αισθητική και τον ρόλο της προηγούνται της καλλιτεχνικής Δημιουργίας.

Στενός φίλος του Γκοτιέ, ο Μποντλέρ θα γοητευτεί κάποια στιγμή από τη θεωρία της Τέχνης για την Τέχνη και τις διάφορες φορμαλιστικές αντιλήψεις που διαμορφώνονται γύρω στα 1840-45 και αποκρυσταλλώνονται με τη δημιουργία διαφόρων τάσεων και σχολών. Ο Γκοτιέ αρνείται στην ποίηση κάθε πρακτική και ηθική χρησιμότητα. Η αντίδραση του ενάντια σ’ όλους τους “ωφελιμιστές, ουτοπιστές, οικονομιστές και άλλους”, παίρνει συχνά πολύ επιθετικό και ειρωνικό τόνο. Μέσα από την επαφή του με όλους τους μεγάλους “τεχνίτες” του στίχου που περιβάλλουν τον Γκοτιέ, ο νεαρός ακόμα Μποντλέρ αποκτά συνείδηση της σημασίας της μορφικής τελειότητας της ποίησης, που θα σφραγίσει αργότερα τόσο τη συνολική αρχιτεκτονική όσο και την επιμέρους έκφραση των “Ανθέων του Κακού”. Όταν ο Μπανβίλ. από τους σπουδαιότερους εκφραστές της Απόλυτης και Αιώνιας Ομορφιάς, δημοσιεύει στα 1842 (δεκαπέντε δηλ. χρόνια πριν από την πρώτη ολοκληρωτική έκδοση των “Ανθέων του Κακού”), τις Καρυάτιδές του, ο Μποντλέρ τις χαιρετίζει με ενθουσιασμό. Ίσως όμως, σ’ αυτόν τον εσπευσμένο, και πρόσκαιρο άλλωστε ενθουσιασμό, δεν θα πρέπει να δούμε παρά την έκφραση ενός ανήσυχου πνεύματος που δεν έχει ακόμα φτάσει στην περίοδο της μεγάλης ωριμότητάς του.

Πράγματι, πολλές από τις απόψεις των φορμαλιστών δεν μπορούν ν’ ανταποκριθούν στις προσωπικές αναζητήσεις του ποιητή. Η στατική κι αψεγάδιαστη για παράδειγμα ομορφιά της Φύσης που ζωγραφίζουν, δεν μπορεί να χωρέσει τα δικά του φαντάσματα, τα φαντάσματα της φρίκης και της αποσύνθεσης που κουβαλά μέσα του και τον καταδιώκουν. Μάταια αναζητά την Τελειότητα μέσα στην ακαμψία και την αυταρέσκεια μιας πλασματικής αντίληψης για την τέχνη και τον άνθρωπο, αποκλείοντας τις συγκινήσεις και τις αντιφάσεις που βιώνει βασανιστικά και τον καθορίζουν ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη.

Έτσι πολύ νωρίς, από το 1848 κιόλας, αρχίζει να απομακρύνεται από τον Γκοτιέ και τους εκφραστές της αντίληψης “Η Τέχνη για την Τέχνη”. Εγκαταλείπει τον “φιλντισένιο πύργο” τους, αναζητώντας το Απόλυτο της τέχνης μέσα από δρόμους πολύ πιο σκοτεινούς, μυστικούς, εσωτερικούς κι επώδυνους, δίνοντας ταυτόχρονα στην ποίηση διέξοδο προς νέους ορίζοντες, ορίζοντες που ο ίδιος δεν θα μπορέσει ποτέ να προσεγγίσει.

Την ίδια περίοδο, γύρω στα 1848, ανακαλύπτει το έργο του Πόε, ο οποίος γίνεται ο δεύτερος μεγάλος δάσκαλός του και ένα είδος ποιητικού του alter ego. “Αφιέρωσα πολύ χρόνο στον Πόε, θα γράψει αργότερα, γιατί μου μοιάζει λίγο…”. Πράγματι, αφιερώνει πολύ χρόνο στη μετάφραση και τον σχολιασμό του έργου του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα. στον οποίο βρίσκει μιαν απάντηση στην αντίφαση που βιώνει βασανιστικά. Τη στιγμή ακριβώς που νιώθει να διχάζεται ανάμεσα σε μια εκρηκτική μυστική εσωτερικότητα και στην προσπάθεια ελέγχου της έκφρασής της με τον πιο ισορροπημένο και μορφικά τέλειο τρόπο, ο Πόε του μεταφέρει ένα μήνυμα που θα γίνει πρωταρχικό στοιχείο στην πορεία σχηματισμού της καλλιτεχνικής του συνείδησης: το αίτημα για τεχνική αρτιότητα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και αίτημα για τιθάσευση και υποταγή του συγκινησιακού κόσμου του καλλιτέχνη, μα περισσότερο, υπεράσπιση της αλήθειας του, για την πιο γνήσια έκφραση του.

Ο Μποντλέρ έχει ήδη κρατήσει την ουσία του μαθήματος που πήρε από τους δύο του δάσκαλους: η λατρεία του Ωραίου είναι η μόνη παρηγοριά σε τούτο τον κόσμο. Η Τέχνη ζητά από τους ταγμένους εργάτες της την αφοσίωση και την αποκλειστικότητα που ζητά η λατρεία του θείου από τους ιερείς του. Ο Μποντλέρ γίνεται λοιπόν ιερέας της τέχνης. Όχι όμως και της Τέχνης για την Τέχνη.

Αν και μεγάλος θαυμαστής του Ρομαντισμού, ο Μποντλέρ στέκεται κριτικά απέναντι στις συναισθηματικές ακρότητες και ρητορικές ευκολίες των εκπροσώπων του. Αν και πνευματικό ως ένα σημείο, παιδί του Γκοτιέ, δεν υποτιμά τους κινδύνους που ενέχει ο απόλυτος φορμαλισμός.

Γράφει στα 1852, στο δοκίμιο του “Η Ρομαντική Τέχνη”:

“Ν’ αρνείσαι το πάθος και τη λογική, είναι να σκοτώνεις τη λογοτεχνία. […] Για καιρό, για πολύ καιρό, δεν θα μπορείτε να δείτε, ν’ αγαπήσετε, να αισθανθείτε παρά το ωραίο, μονάχα το ωραίο […] Δεν θα βλέπετε τον κόσμο παρά μόνο στην υλική του μορφή. Οι δυνάμεις που τον κάνουν να κινείται θα μένουν για καιρό κρυμμένες. […] Τέτοια θα είναι η μοίρα των ανόητων που δεν βλέπουν στη φύση παρά μόνο ρυθμούς και μορφές. […] Η άμετρη αγάπη της μορφής οδηγεί σε συγχύσεις τερατώδεις κι άγνωστες. Απορροφημένες από το άγριο πάθος του ωραίου […] οι έννοιες του ακριβούς και του αληθινού εξαφανίζονται. Το παράφρον πάθος για την τέχνη είναι ένα καρκίνωμα που καταβροχθίζει όλα τ’ άλλα […]. Ας μπορέσουν η θρησκεία και η φιλοσοφία να έρθουν μια μέρα, σαν αναγκασμένες από την κραυγή ενός απελπισμένου!”.

Και εννιά χρόνια αργότερα, στα 1861, γράφει στις “Σκέψεις πάνω σε ορισμένους από τους συγχρόνους μου”:

“… Είναι μια άλλη αίρεση… μιλώ για την αίρεση της Διδαχής, που περιλαμβάνει σαν πορίσματα αναπόφευκτα τις αιρέσεις του Πάθους, της Αλήθειας και της Ηθικής. Ένα πλήθος ανθρώπων θαρρούν πως ο σκοπός της ποίησης είναι κάποιο διάταγμα και πως αυτή πρέπει άλλοτε να δυναμώνει τη συνείδηση, άλλοτε να τελειοποιεί τα ήθη, κι άλλοτε τέλος ν’ αποδείχνει κάτι, οτιδήποτε το χρήσιμο… Η Ποίηση, αν λίγο θελήσουμε να κατεβούμε στο βάθος της ψυχής μας, να την ρωτήσουμε, να ανακαλέσουμε τις μνήμες του ενθουσιασμού της, δεν έχει άλλο σκοπό απ’ Αυτήν την ίδια. Δεν μπορεί να έχει κάποιον άλλο, και κανένα ποίημα δεν θα ‘ναι ποτέ τόσο μεγάλο, τόσο υψηλό, τόσο πραγματικά άξιο του ονόματος του, όσο αυτό που γράφτηκε αποκλειστικά και μόνο για την ευχαρίστηση του να γράφεις ένα ποίημα. Δεν θέλω να πω πως η ποίηση δεν εξευγενίζει τα ήθη, πως το τελικό της αποτέλεσμα δεν είναι να υψώνει τον άνθρωπο πάνω από το επίπεδο των χυδαίων συμφερόντων. Αυτό θα ‘ταν φυσικά παραλογισμός, θέλω να πω πως αν ο ποιητής έχει ακολουθήσει ένα στόχο ηθικό, έχει μειώσει την ποιητική του δύναμη, και μπορώ να στοιχηματίσω ότι το έργο του θα είναι κακό. Η ποίηση δεν μπορεί, με κίνδυνο τον θάνατο ή την παρακμή, να ταυτιστεί με την επιστήμη ή την ηθική. Δεν έχει την Αλήθεια σαν αντικείμενο, δεν έχει παρά Αυτήν την ίδια. Οι τρόποι απόδειξης αληθειών είναι άλλοι και βρίσκονται αλλού. Η Αλήθεια δεν έχει τίποτα να κάνει με το τραγούδι. Ό,τι δίνει στο τραγούδι γοητεία, χάρη ακαταμάχητη, θ’ αφαιρούσε από την Αλήθεια το κύρος και τη δύναμη της. Ψυχρή, ήρεμη κι απαθής, η αποδεικτική διάθεση απωθεί τα άνθη της Μούσας.Είναι λοιπόν το ακριβώς αντίθετο της ποιητικής διάθεσης”.

Έτσι, η αντίληψή του για την τέχνη προσδιορίζεται από την κριτική του στάση απέναντι σε δύο ακραίους πόλους, από την αντίθεση και τη συγχώνευση τους μαζί. Τα σημάδια αυτής της αντίφασης είναι αισθητά μέσα στα Άνθη του Κακού. Στο σονέτο του “Η Ομορφιά” μας μεταδίδει μια αρκετά κλασική θεώρηση του ωραίου, μια αισθητική αιωνιότητας, ακινησίας, καθαρότητας, γαλήνης και απάθειας:

Ωραία σαν πέτρινο όνειρο είμαι θνητοί μου φίλοι

[…]

Σαν σφίγγα ακατανόητη στους ουρανούς καθίζω,

λευκή σα κύκνος, με καρδιά από χιόνι καμωμένη.

Εχθρεύομαι την κίνηση που τη γραμμή ασκημαίνει

κι ούτε γελάω εγώ ποτέ, ούτε ποτέ δακρύζω.

Για να βρούμε λίγο αργότερα, στον “Ύμνο στην Ομορφιά”, μια εντελώς διαφορετική αντίληψη, που σφραγίζει τα “Άνθη του Κακού” σχεδόν στο σύνολο τους. Εδώ η ομορφιά έχει πρόσωπο σκοτεινό, σατανικό μαζί και θείο, φρικτό μα και σαγηνευτικό, απάνθρωπο και τυραννικό. Είναι μια θεά του τρόμου και της υποταγής, θεά παγανιστικής λατρείας, θεά μάγισσα, φύση διαβολική και θεία. Για τον ποιητή όμως είναι αδιάφορη η μορφή και η προέλευσή της, μπροστά στον καθαρτήριο ρόλο που παίζει στην ψυχή του, μπροστά στις πύλες που του ανοίγει προς το “αλλού” και το άγνωστο. Η σχέση του με το ωραίο δεν είναι σχέση αισθητικής, είναι σχέση ζωής και προσωπικής σωτηρίας:

 

Πάνω σε πτώματα, Ομορφιά, πατάς και κοροϊδεύεις

η Φρίκη απ’ τα διαμάντια σου δε λείπει, τα καλά

κι ο Φόνος, απ’ τα πιο αρεστά στολίδια που μαζεύεις,

χορεύει στην περήφανη κοιλιά σου ερωτικά.

 

Είτ’ έρχεσαι απ’ τον ουρανό, τον Άδη, τι με νοιάζει,

τι, Ομορφιά, τέρας τρανό, αθώο, φοβερό,

αφού μάτι και γέλιο σου και πόδι σου με βάζει

σ’ άγνωστους κόσμους που αγαπώ χωρίς να τους ιδώ.

Σειρήνα ή Άγγελος, θεός ή Σατανάς μπροστά μου,

ω, τι με νοιάζει, αφού μ’ αυτήν τη νεράιδο-ματιά,

κάνεις – ω φως, ρυθμέ, ευωδιά, μόνη βασίλισσα μου! –

τη γη πιο ωραία και τη στιγμή λιγότερο βαριά;

Πολλά είναι τα θέματα μέσα στην ποίηση του Μποντλέρ που θα μας βοηθούσαν να δούμε από κοντά τις συγγένειες μα και τις αποστάσεις που κράτησε από τις διάφορες εκφράσεις του Αισθητισμού: οι εικόνες της Φύσης, της Γυναίκας, του Έρωτα, του Καλλιτέχνη. Θα σταθούμε ιδιαίτερα σ’ αυτό το τελευταίο, μια και η ιδέα της αποξένωσης του καλλιτέχνη από την κοινωνία, της ρήξης, της σύγκρουσης με το πολιτιστικό και ηθικό του περιβάλλον, είναι θέμα που συνδέει τον Μποντλέρ άμεσα τόσο με το Κίνημα του Ρομαντισμού, όσο και με τους εκφραστές του δόγματος “Η Τέχνη για την Τέχνη”. Ποιος είναι λοιπόν ο ρόλος του καλλιτέχνη, του ποιητή, μέσα στο έργο του Μποντλέρ:

Ο ποιητής είναι πλάσμα μοναχικό. Πλάσμα που δεν ανήκει στον κόσμο τούτο. Γεννημένος όπως τα άλμπατρος, τα “τεράστια αυτά πουλιά της θάλασσας”, για τα μεγάλα ταξίδια στις ατέρμονες εκτάσεις τ’ ουρανού και της ελευθερίας, κι όχι για να σέρνεται πάνω σε βρόμικες πλώρες περαστικών πλοίων δίχως προέλευση και προορισμό, γίνεται πλάσμα γελοίο και θλιβερό με το που θα πατήσει το πόδι του στη γη. Κι όπως το άλμπατρος γίνεται ο περίγελος των άξεστων ναυτικών, έτσι κι ο ποιητής βασανίζεται από το πλήθος που, ανίκανο να τον καταλάβει, τον περιφρονεί και τον περιγελά. Είναι εξορισμένος στη γη. Είναι “καταραμένος” ποιητής.

Κι όμως, τούτος ο ποιητής δεν αναζητά τον “φιλντισένιο πύργο” για ν’ απομονωθεί από το πλήθος. Δεν ζήτα να πιει από τη “χρυσή κούπα των ποιητών”, περιχαρακωμένος στο αίσθημα της μοναδικότητάς του. Αλλά συνθλιμμένος από τη βαθιά συνείδηση ότι ανήκει σ’ αυτό το πλήθος, ότι είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του, αναζητά τη σωτηρία του μέσα σ’ αυτό. Οδηγούμενος από την απόλυτη πίστη του στην ενότητα του σύμπαντος, πίσω από την αθλιότητα, την ανία, την ποταπότητα του ορατού κόσμου, διαβλέπει τη μεγαλοσύνη κάποιων άλλων, ιδανικών περιοχών. Ο ποιητής είναι λοιπόν το ξεχωριστό πλάσμα που μόνο αυτό μπορεί να ακούσει μέσα στη μικρότητα του απατηλού κόσμου των φαινομένων, τη φωνή ενός άλλου, εσωτερικού κόσμου, που μπορεί να δει μέσα στη φτήνια και την ασχήμια της καθημερινότητας μιαν ανώτερη, πνευματική πραγματικότητα. Είναι αυτός που κατέχει το κλειδί των συμβόλων, των “Αντιστοιχιών” (correspondances) που μπορεί ν’ “αποκωδικοποιήσει”, να διαβάσει σωστά τα σημάδια της άρρωστης ζωής του ανθρώπου, της κοινωνίας και της φύσης, ν’ αποκαλύψει έννοιες κρυμμένες. Η σαπίλα, η αποσύνθεση, η παρακμή, γίνονται τόποι αποκάλυψης γι’ αυτόν.

Ο μόνος δρόμος που του μένει λοιπόν για να φτάσει στην ανώτερη σφαίρα των Ιδεών, στη λαμπρή πραγματικότητα του πνεύματος, περνά αναγκαστικά μέσα από τα σκοτάδια της επώδυνης φαινομενικής πραγματικότητας. Οπλισμένος με την Ιδέα της Ομορφιάς, θ’ αναζητήσει τα σημάδια της με την “καθημερινή συνάφεια του κόσμου”, θα στρέψει τα μάτια του στους Παρισινούς Πίνακες και μέσα στις βρόμικες και χλομές πολιτείες, μέσα σε άθλια καταγώγια, ανάμεσα στις πόρνες και τους ζητιάνους, στους ρακένδυτους γέρους και τις μελλοθάνατες γριές, θύματα μιας πόλης – τέρατος που καταβροχθίζει τα παιδιά της στο όνομα της υλικής σκοπιμότητας, θ’ αναζητήσει τις Αντιστοιχίες που θα τον οδηγήσουν στο Ιδανικό (Ideal). Όπου κι αν γυρίσει το βλέμμα του, έκπληκτο και σαγηνεμένο, συναντά το ίδιο “μαύρο θέαμα”. Όμως το ξέρει, είναι μέσα σε τούτη τη σαπίλα του κόσμου που θα βρει κάποια στιγμή τα Άνθη της ψυχής του. Οδηγός σ’ αυτή τη μετάβαση είναι η Ποίηση και ο συμβολικός, μεταφορικός Ποιητικός Λόγος που γίνεται τελικά μέσο Γνώσης.

Ο ποιητής αποκτά έτσι μια μεταφυσική και πλάσμα που επέλεξε ο θεός, το προίκισε με ξεχωριστές ικανότητες, το ευλόγησε και του έχει επιφυλάξει την πρώτη θέση στην “αιώνια γιορτή” των “Αγίων Λεγεώνων”, ένα “στέμμα μυστικό” φτιαγμένο από “καθαρό φως”. (Ευλογία / Benediction). Είναι όμως και ο μεσολαβητής ανάμεσα στη Φύση και τον άνθρωπο “που περνά” μέσα από τα “δάση των συμβόλων” του ναού της, αδιάφορος, ανυποψίαστος: με τη μεσολάβησή του είναι δυνατή η αποκάλυψη της βαθύτερης σημασίας του κόσμου. Οι έννοιες αυτές, μ’ ένα ξεχωριστό τρόπο, συνδέονται και χτυπιούνται μεταξύ τους, αλληλοσυμπληρώνονται κι αλληλοαναιρούνται. Ας έχουμε άλλωστε πάντα κατά νου πως η αντίθεση είναι πάντα μια από τις έννοιες -κλειδιά για την κατανόηση τόσο των επιμέρους εικόνων όσο και της συνολικής κίνησης του ποιητικού έργου, καθώς επίσης και της ύπαρξης, της ζωής του ανθρώπου Μποντλέρ. Στα Άνθη του Κακού, ο ποιητής είναι ένα πλάσμα ευλογημένο μαζί και καταραμένο που βαδίζει ανάμεσα στους ανθρώπους με μια βαριά θλίψη στην ψυχή και συνάμα με μια γλυκιά προσμονή σωτηρίας.

“Η μελέτη του Ωραίου είναι μια μονο-

μαχία όπου ο ποιητής ουρλιάζει από τρόμο

πριν πέσει νικημένος”.

(Le Spleen de Paris).

Τη σωτηρία όμως αυτή μπορεί τελικά να τη φέρει η αισθητική απόλαυση και η αναζήτηση της Απόλυτης Ομορφιάς: Αντίθετα με τον Πόε, ο δρόμος τούτος δεν καταλήγει για τον Μποντλέρ στη γαλήνη. Γιατί ο ποιητής δεν μένει αιχμαλωτισμένος να παρακολουθεί τις πλατωνικές σκιές των ιδεών να παρελαύνουν μπροστά του. Τις διασχίζει, περνά ανάμεσα τους για να βιώσει τη θλιβερή πραγματικότητα. Κι η πιο τρανή μορφή τούτης της πραγματικότητας είναι ο Χρόνος, η Φθορά κι ο Θάνατος. Η Τέχνη τελικά δεν δίνει σωτηρία. Η οδυνηρή αλήθεια, το μυστικό Κακό που σιγοτρώει τ’ Άνθη της, είναι πως υπόκειται κι αυτή στο χρόνο, στο “Σκοτεινό φονιά της Τέχνης, της Ζωής”. Κι όταν “Η Αρρώστια εδώ κι ο θάνατος σκόνη τα κάνουν όλα”, απομένει ο ποιητής μονάχος ν’ αναρωτιέται:

Τι απομένει; Είναι φριχτό ο νους μου να το βάνει

Μονάχα ένα θαμπόσβηστο σχεδίασμα στο χαρτί,

που σαν κι εμένα, έτσι κι αυτό στη μοναξιά τελειώνει,

και που τ’ αγγίζει ο Καιρός ο γερο-χλευαστής,

κι ολημερίς με τη σκληρή φτερούγα του το λιώνει…

Να λοιπόν τι είναι αυτό που ταυτίζει τον ποιητή με τον κόσμο, παρόλο που φέρει έντονο το αίσθημα της μοναδικότητάς του. Να τι τον ενώνει με τον “υποκριτή αναγνώστη”, τον “όμοιό” του, τον “αδελφό” του: η προσωρινότητα, η κοινή μοίρα του Κακού, της σήψης, της αγωνίας, από την οποία δεν ξεφεύγει ούτε η Τέχνη, κι η οποία πάντα νικά στο τέλος.

και στο σκυφτό κρανίο μου καρφώνει η Αγωνία

δεσποτική τη μαύρη της σημαία λυσσασμένη.

Ας ακούσουμε ακόμα μια φορά την αγωνία του ποιητή:

Αυτή η φωτιά μες το μυαλό τόση είναι, που ζητούμε

να πέσουμε στο βάραθρο! Άδης; Εδέμ; Τι νοιάζει;

Φτάνει στα βάθη του Άγνωστου κάτι το Νέο να βρούμε!

“Ο Μποντλέρ είναι ο πρώτος προφήτης, ο βασιλιάς των ποιητών, ένας αληθινός Θεός. “Ομως έζησε σ’ ένα περιβάλλον υπερβολικά ‘καλλιτεχνικό’. Και η μορφή που τόσο επαινέθηκε στο έργο του είναι τελικά πενιχρή: τα οράματα του Άγνωστου απαιτούν και νέες μορφές”.

Είναι τα λόγια του Ρεμπό, ενός ποιητή που ωστόσο είδε στο πρόσωπο του Μποντλέρ τον πνευματικό του πατέρα. Και δεν είναι ο μόνος που είδε τούτο το αδιέξοδο στο έργο του πρώτου “μοντέρνου” ποιητή. Κι είναι αλήθεια πως ο Μποντλέρ δεν μπόρεσε να βρει τις νέες φόρμες που απαιτούσαν τα οράματα, τα φαντάσματά του για να εκφραστούν. Έμεινε εγκλωβισμένος σε παλιά σχήματα, με την επιθυμία του Απόλυτου ανικανοποίητη. Η Απόλυτη Ομορφιά του διαφεύγει. Το έργο Τέχνης, υψηλό μέσα από τη σχέση του με το Ωραίο, μένει φρικτό μέσα από τη σχέση του με το χρόνο, και η ποίησή του, μια κραυγή απελπισμένου ανθρώπου στη σύγκρουσή του με το Όρια.

*Κείμενο της Μαρίνα Σκλήρη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 349 (1995)

Πίνακας: Lemmi Wizard

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: