Μικρά που έμειναν στο

Charles Baudelaire – Η απήχησή του στην Ελλάδα

Θα καταφύγω στον Αλμπέρ Τιμπωντέ. Διακρίνει τέσσερα χαρακτηριστικά σημεία που κυριαρχούν σ’ όλο το έργο του Μπωντλαίρ. Θα τα εξετάσουμε. Το πρώτο χαρακτηριστικό σημείο είναι ο εσωτερικός χριστιανισμός του. Κάτι δηλαδή που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να αποκλείει το έργο. Ένα έργο αμαρτωλό, βλάσφημο, σατανικό, που όμως σε βαθύτερη θεώρηση αποκαλύπτει τη μυστική υφή και ουσία του. Είναι η συνείδηση του προπατορικού αμαρτήματος τόσο αποκαλυπτική μέσα σ’ αυτή την ποίηση, από ένα μάρτυρα – αμαρτωλό, τον ίδιο τον ποιητή, που αισθάνεται την πτώση του και τη ζει σαν παντοτινά καταδικασμένος. Και δίχως μια αχτίδα ελεητική από τη θεία χάρη.

Έτσι, ο χριστιανισμός του Μπωντλαίρ είναι αντίθετος από τον επιδεικτικό χριστιανισμό των ρομαντικών ποιητών που δεν είχαν τη συνείδηση του προπατορικού αμαρτήματος. Την ποινή που έχει να πληρώσει ο χριστιανός – άνθρωπος για το βαθύτερο εξαγνισμό του. Το αμάρτημα και την πτώση σαν κίνητρα σωτηρίας και δωρεάς, συγχωρήσεως και αφέσεως. Αδιάφορο αν αυτά δεν έρχονται στην περίπτωσή μας. Είναι όμως έτσι πιο δραματική η περίπτωση.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό σημείο είναι η έμφυτη κριτική διάθεση του Μπωντλαίρ. Οι δύο τόμοι των δοκιμών που μας άφησε θεωρούνται, μαζί με το έργο του Σαιντ-Μπεβ οι πιο ευφυείς και διεισδυτικές κριτικές μέσα στον 19ο γαλλικό αιώνα. Η κριτική του διατηρεί την ίδια οξύτητα όταν πρόκειται για ένα φιλολογικό έργο, τη Μαντάμ Μποβαρύ π.χ., ή για μια παρουσίαση του Βάγκνερ ή του Ντελακρουά. Η διάθεση αυτή χαρίζει στην ποίησή του μια τρομερή διαισθητική ικανότητα, όταν ψάχνει στα εσώτατα της ύπαρξής του, όταν ενδοσκοπείται παρουσιάζοντας όλη τη γύμνια του εαυτού του, αλλά και των πραγμάτων των ίδιων που τον περιβάλλουν, όταν επικοινωνεί με κεραίες άκρας ευαισθησίας με την ψυχή της πόλης όπου ζει, που την αισθάνεται να συμπλέκεται αδιάσπαστα με τη δική του ψυχή. Σε άλλα ποιήματα του Μπωντλαίρ ασκείται μια ξεκάθαρη κριτική λειτουργία. Θα αναφέρω τις “Correspondances” όπου εκτίθεται η αισθητική του συμβολισμού ή τους Φάρους, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια κριτική παρουσίαση μεγάλων ζωγράφων που αγαπούσε και με λυρικούς χαρακτηρισμούς επισκοπεί τη βαθύτερη ουσία τους. Η κριτική αυτή διάθεση θα τον βοηθήσει να παρουσιάζει ορισμένα ποιήματά του και σε πρόζα, με τόση επιτυχία που δεν μπορείς να διακρίνεις ποια γραφή είναι σημαντικότερη. Γιατί το ένστικτό του ξεχωρίζει άσφαλτα τις δυνατότητες που περικλείει ένα ποίημα, τις εξωτερικές μεταλλαγές που μπορεί να υποστεί.

Το τρίτο χαρακτηριστικό σημείο το μνημονεύσαμε ήδη: είναι η οξύτατη αίσθηση, η ανεπανάληπτη, του Παρισιού. Άλλοι ποιητές έδωσαν την εξωτερική θέα του Παρισιού, το διάκοσμό του, με τις μεγάλες αρτηρίες που διασχίζουν οι διαβάτες, με τις τελετές του, με την ιστορία του. Ο Μπωντλαίρ έδωσε τη βαθιά ψυχή του Παρισιού, μια ψυχή εκλεπτυσμένη και διεφθαρμένη, την ψυχή των νυχτών του, την ψυχή του spleen του. Το Παρίσι δημιούργησε τη δόξα του Μπωντλαίρ, αργά, μέσα στο κύλισμα του καιρού, με διαδοχικές αποκαλύψεις, με τη συνείδηση που έπαιρνε η μεγάλη αυτή πόλη του μυστικού της, του δηλητηρίου της, του ποιητή της.

Ο Μπωντλαίρ είναι ένας poete urbain, όχι γιατί αποκλειστικά ασχολήθηκε με το “άστυ” και τον περίγυρό του, γιατί δεν ασχολήθηκε αποκλειστικά μόνον μ’ αυτά. Και είναι υπερβολή των κριτικών του όταν τον παρουσιάζουν να μισεί τη φύση, που τέλος πάντων, αν μη τι άλλο, κάποιο, έστω μικρό, τμήμα του έργου του, ορισμένα από τα ωραιότερα ποιήματά του, υμνούν εκείνο που υποτίθεται ότι μισούν: τη φύση. Και αυτό συμβαίνει γιατί ο Μπωντλαίρ είναι πολλά πράγματα μαζί, έχει κάποια σφαιρικότητα στην ποίησή του, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια της μελέτης μας. Είναι λοιπόν ένας poete urbain γιατί κανείς άλλος δεν ενεβάθυνε όσον αυτός στο αγαπημένο του “άστυ” αποκρυπτογραφώντας όλα τα μυστικά και τα πιο κρυφά και τα πιο άγνωστα και τα πιο ανεπίτρεπτα, είτε τα μυστικά αυτά είναι ηδονές ή συνήθειες καταστρεπτικές, βίτσια, μια ανθρώπινη κόλαση. Έτσι εφανέρωσε, έδειξε, υπογράμμισε όλες τις σκιές και τα σκοτάδια που κλείνει αυτή η πόλη και που ένας άλλος ίσως ούτε τη δύναμη ούτε την τόλμη θα είχε να το επιχειρήσει.

Παλαιότερα, πριν τέσσερις αιώνες, το είχε επιχειρήσει κάποιος άλλος, ο πρώτος μεγάλος ποιητής της Γαλλίας, ο Francois Villon. Οι μπαλάντες του περιλαμβάνουν μεγαλοφυώς το “άστυ” του μεσαίωνος ή του τέλους του μεσαίωνος. Είναι όμως μια άλλη εικονογραφία, σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Αυτή ακριβώς είναι και η διαφορά -βασική βεβαίως- των δύο ποιητών. Γιατί κατά τα άλλα, βλέπει κανείς πως οι ρίζες του Μπωντλαίρ πηγαίνουν κατευθείαν στον Villon. Καλλιέργησαν και οι δυο μια ατομική ποίηση, εξαιρετικά ρεαλιστική. Απεικόνισαν στο έργο τους την εποχή τους. Έτσι, καθένας από τους δυο αυτούς ποιητές έχει κάτι το απαρομοίαστο, το ανεπανάληπτο, κάτι το μοναδικό.

Ιδού ένα κομμάτι από τις Παρισινές εικόνες (από το ποίημα “Το λυκόφως της εσπέρας”) σε μετάφραση του Κώστα Ουράνη, που την προτιμώ έτσι, αφρόντιστη, χωρίς τις ρίμες του πρωτότυπου (και αλλοιωμένη λίγο απ’ αυτό το λόγο) γιατί αναδεικνύει καλύτερα κάτι για το οποίο θα μιλήσομε ευθύς αμέσως, για την πεζολογία του Μπωντλαίρ:

… οι κακοί δαίμονες στην ατμόσφαιρα
ξυπνάνε βαριά, σαν επιχειρηματίες,
και, φτερουγίζοντας, σκοντάφτουν στα παραθυρόφυλλα και τις σκεπές.
Ανάμεσα από τα φώτα που βασανίζει ο άνεμος,
ανάβει η Πορνεία μέσα στους δρόμους·
σαν ένας μυρμηγκιώνας ανοίγει τις εξόδους της·
παντού ανοίγει ένα απόκρυφο δρόμο,
σαν τον εχθρό που επιτίθεται μυστικά·
εδώ κι εκεί ακούγονται να βράζουν οι κουζίνες,
των θεάτρων η χλαλοή, το ρουχάλισμα των μουσικών·
τα ξενοδοχεία, που αποζούνε από το χαρτοπαίγνιο,
γεμίζουν πόρνες και παλιανθρώπους, συνενόχους τους,
κι οι κλέφτες, που δε σταματάνε και δε χαρίζονται,
θ’ αρχίσουν κι αυτοί τη δουλειά τους
και θ’ ανοίξουνε σιγανά πόρτες και κάσες,
για να ζήσουν μερικές ημέρες και να θρέψουμε τις ερωμένες τους.

Το τέταρτο χαρακτηριστικό σημείο είναι η πεζολογία του Μπωντλαίρ. Σε παλαιότερες εποχές το χαρακτηριστικό τούτο μπορούσε να φαντάζει ελάττωμα, αδυναμία, μολονότι και τότε οι γνωρίζοντες, εκείνοι που μπορούσαν να συλλάβουν και να ερμηνεύσουν ένα αισθητικό φαινόμενο, μιλούσαν ήδη για θεληματική γύμνια του λόγου, που έτσι μπορεί καλύτερα να προκαλέσει ένα αποτέλεσμα. Ο Μπωντλαίρ, εξάλλου, όπως αναφέρει ο Τιμπωντέ, ποιητής ανώτερος από τον Γκωτιέ, δεν εγνώριζε τη γλώσσα του και τη γραμματική της γλώσσας του, όπως τα γνώριζε το Γκωτιέ. Και η στιχουργία του δεν ήταν επίσης πάντα άψογη. Αλλά η ποίησή του, κοιταγμένη σαν ένα ζωντανό σύνολο, γίνεται πάντα άψογη και αληθινή, αξεπέραστη από την καλλιγραφία, οποιουδήποτε γραμματικού – ποιητή. Έχουμε λοιπόν μαζί με τη γλώσσα, μαζί με τη γραμματική της, μαζί με τη στιχουργική και την πεζολογία του Μπωντλαίρ. Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι μ’ αυτά τα μέσα δημιούργησε μια νέα αισθητική, γιατί η αισθητική είναι κάτι το συνεχώς μεταβαλλόμενο, κάτι το εντελώς καιρικό. Δεν υπάρχουν κανόνες και νόμοι που να διατηρούνται αιώνια. Ο Μπωντλαίρ δημιούργησε μια νέα έκφραση, που επηρέασε με την αλλαγή της και σιγά-σιγά δημιούργησε μια ολόκληρη τομή στο σώμα της ευρωπαϊκής ποίησης. Η πεζολογία του Μπωντλαίρ είναι από τις σπουδαιότερες προσφορές της ποίησής του, από τα σπουδαιότερα χαρακτηριστικά της, από τα οποία η μοντέρνα ποίηση άντλησε κι από τα οποία προσανατολίστηκε, στο δρόμο της. Δεν είναι όμως η μόνη.

Οι σχέσεις του Μπωντλαίρ με τον συμβολισμό παρουσιάζονται πιο στενές, ενώ είναι ακόμα πιο απόμακρες απ’ όσο με τον παρνασισμό. Είναι ο υπ’ αριθμόν ένα θεωρητικός – συμβολιστής, avant la lettre, διότι οι περίφημοι στίχοι από τις “Correspondances” θεωρήθηκε ότι εκφράζουν ορισμένη αισθητική και μια υποτυπώδη φιλοσοφία, πάνω στις οποίες θεμελιώνεται η σχολή:

La Nature est un temple ou de vivants piliers

Laissent parfois sortir de confuses paroles;

L’homme y passe a travers des forets de symboles

Qui l’observent avec des regards familiers.

……………………………………………………………………….

Les parfums, les couleurs et les sons se repondent.

Η φύση είναι το κέντρο της ποιητικής λειτουργίας, αξίωμα που ενώ δεν θα λησμονηθεί, μέσα στην ανιαρή στιχοθάλασσα του συμβολισμού, όπου ολόκληρη η φύση συλλαμβάνεται σαν μια ρευστή εικόνα, σαν σύμβολο μέσω του οποίου θα εκφρασθούν οι μουσικοί τόνοι της ψυχής, όμως θα περιορίσει τη φύση σ’ ένα εξωτερικό διακοσμητικό ρόλο, υπηρετικό της υποβολής. Ο συμβολισμός, αντίθετα από τον παρνασισμό, αποτελεί συνέχεια του ρομαντισμού, του οποίου παραμερίζει τα μεγάλα οράματα, τις εκκωφαντικές κραυγές και την έκταση προς το άπειρο. Είναι ένα είδος χαμηλού ρομαντισμού, τον οποίο σίγουρα συναντούμε στην ποίηση του Μπωντλαίρ. Αλλά, έως εδώ εξικνούνται οι ομοιότητες. Ο Μπωντλαίρ είναι ένας διανοητικός ποιητής που δεν αποβλέπει στο ύψος, αλλά μας οδηγεί σε κάποια βάθη της ψυχής. Είναι ανθρωποκεντρικός. Ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο και τα πάθη του, όχι για την αισθητική αποτίμηση του ανθρώπινου φαινομένου μέσα στη φύση, έτσι που το βλέπουμε στο ωραίο σονέτο του, τις “Ανταποκρίσεις”. Και η μέθοδος που εφαρμόσθηκε για την επιτυχία αυτού του σκοπού, από το συμβολισμό, του είναι εντελώς ξένη. Παρά το ό,τι έγραψε το ωραίο σονέτο, τις “Correspondances”. Ο συμβολισμός της σχολής δεν έχει, ούτε ύψος, ούτε βάθος. Και έχει περιορισμένο πλάτος. Παρήγαγε μια επιδερμική ποίηση (εξαίρεση εδώ ο Μαίτερλινκ), που απλώνεται σε εξωτερικές εμπειρίες, δημιουργώντας ένα εμπρεσιονιστικό νεφέλωμα, όπου τα σχήματα διαλύονται σ’ ένα υποτονικό φως. Ο συμβολισμός δεν έδωσε ένα σπουδαίο ποιητή. Στο σύνολό του όμως, σα σχολή, πρόσεξε την ποιότητα του λόγου, απέβλεψε σ’ ένα καθαρό ποιητικό ύφος, στους μουσικούς κυματισμούς των λεκτικών συμβόλων, στην ανάδειξη των αξιών της τέχνης του λόγου. Η συμβολή του λοιπόν και η σημασία του, στην εξέλιξη της ποίησης είναι μεγάλη. Ποιητές του συμβολισμού αναφέρονται κυρίως οι πρόδρομοί του. Είναι οι εξαίρετοι ποιητές που κλείνουν τον 19ο αιώνα, ο Βερλαίν, ο Ρεμπώ, ο Μαλλαρμέ, που δεν ανήκουν αυτοί στη σχολή. Το έργο τους είχε ήδη δημιουργηθεί όταν ιδρύθηκε η σχολή του συμβολισμού από τον Ζαν Μωρεάς. Αυτή η τριάδα των ποιητών, που είναι μοναδικής αξίας, ανανεωτές του λυρικού λόγου, εμπνέονται από τον Μπωντλαίρ. Ο Ερνέστος Ρεϋνώ, βιογράφος και κριτικός του Μπωντλαίρ, μας λέει ότι δεν ήταν μόνο οι μιμητές που σμήνη ακολουθούσαν τον ποιητή. Αλλά είχε δημιουργήσει μια συνεχιζόμενη γενεά από maitres της γαλλικής ποίησης. Τον Βερλαίν, το Μαλλαρμέ, τον Ρεμπώ, το Λαφόργκ, το Σαμαίν…

Θα διερωτηθεί κανείς, και δικαίως, πώς τόσο ανόμοιοι ποιητές, βρίσκονται κάτω από το ποιητικό ζώδιο του Μπωντλαίρ. Ο απλοϊκότερος από όλους, με τις γνήσιες και στοιχειώδεις συγκινήσεις, Βερλαίν, που κάποτε ο στίχος του αποκτά φτερά, για να εκφράσει τις πιο άϋλες αισθήσεις, εκείνο το κάτι, το φευγαλέο και άπιαστο, που χτυπά σαν μια ραγισμένη καρδιά. Ο Ρεμπώ ενστικτώδης και ορμητικός που εισβάλλει στην ποιητική λειτουργία ανατρέποντας τα πάντα. Ή ο αλχημιστής της λέξης, ο Μαλλαρμέ, esthete σχολαστικός, ποιητής του γραφείου, που κατορθώνει τη λογικότερη ποίηση, με τα πιο άλογα μέσα. Αλλά η απάντηση δεν έχει δυσκολία όταν σκεφθεί κανείς ότι η ποίηση του Μπωντλαίρ έχει μια σφαιρικότητα. Ότι εν σμικρώ θα βρεις όλες τις τάσεις, που προέκυψαν σ’ όλη τη διαδρομή του αιώνα που έζησε, με τούτο το αξιοπρόσεχτο, ότι σ’ αυτό το σημείο υπερακοντίζει και τον αιώνα του ακόμα. Και καθόλου παράδοξο ότι στέκονται με θαυμασμό και ότι επηρεάζονται από το έργο του, οι καλύτεροι της εποχής. Είχε μια προφητικότητα στα ποιητικά καθέκαστα, η ποίησή του είναι σαν να δίνει κάποια σήματα, κάποιες κατευθύνσεις στους μελλοντικούς ποιητές. Ο Μπωντλαίρ και συναιρεί μέσα στο έργο ολόκληρο τον 19ο γαλλικό ποιητικό αιώνα και μαζί ανοίγει ένα δρόμο περαιτέρω, με την υφή του έργου του. Όμως, όχι μόνο με την ποιότητα, γιατί το πλεονέκτημα αυτό το βρίσκουμε και σ’ άλλους νεότερούς του, ίσως και καλύτερα, π.χ. στον Μαλλαρμέ, με την τόσο αδύνατη ποίηση. Αλλά με την ουσιαστικότητα, με την αναμόχλευση των αβύσσων της ψυχής, του βασανισμένου και πονεμένου, του δραματικού ανθρώπου. Μέσα σ’ όλη τη γαλλική ποίηση του αιώνα, ο Μπωντλαίρ είναι εκείνος που στέκεται πιο κοντά σ’ αυτόν τον άνθρωπο, που είναι ο ίδιος ο εαυτός του. Μπορούμε να πούμε ότι με ορισμένα ποιήματα αποκαθιστά στη Γαλλία, τη δραματική ποίηση, που κάποτε την είχε εισαγάγει, ιδιοφυώς, ο Francois Villon. Όπως όμως κι αν κοιτάξουμε το πράγμα, πρέπει να παραδεχτούμε, ότι σ’ ένα τόσο περιορισμένο ποσοτικά έργο, διατηρούνται μεγάλες αντιθέσεις ουσίας. Ο Μπωντλαίρ παρουσιάζεται και μένει στην ποίησή του, και μέσα, στην ποιητική καθόλου πράξη, ένας τρυφερός βάρβαρος. Έχει ποιήματα που αποπνέουν μια γοητεία και άλλα μια έντονη τραχύτητα. Άλλα ποιήματα είναι υποταγμένα σε μια λογική ξηρότητα και άλλα πάλι έχουν μια εσωτερική τρυφερότητα.

Ο πρώτος, νομίζω, που εισήγαγε ευρύτατα τον Μπωντλαίρ στην Ελλάδα υπήρξεν ο Κώστας Ουράνης. Στα 1912 εκυκλοφόρησε τη νεανική ποιητική συλλογή του Spleen. Το βιβλίο είναι πέρα για πέρα μπωντλαιρικό. Και αρχίζουμεαπό τον τίτλο που τον εδόξασε ο Μπωντλαίρ. Είναι ο τίτλος τεσσάρων ποιημάτων του από τα ωραιότερα και τον βρίσκουμε ακόμα στο σπουδαιότερο και μεγαλύτερο μέρος των Ανθέων του Κακού στο Spleen et Ideal και στα μικρά ποιήματα σε πεζό Le spleen de Paris. Και ύστερα η ίδια η ανάγνωση των στίχων του βιβλίου, όχι από τα καλύτερα του Ουράνη, μας εισάγει σε μπωντλαιρική ατμόσφαιρα. Στα 1918, ο Ουράνης δημοσιεύει στα Γράμμαται της Αλεξανδρείας μια ωραία μελέτη για τον Μπωντλαίρ. Αυτή η μελέτη που κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστό τεύχος, έκανε εντύπωση και θυμάμαι χρόνια και χρόνια μετά να αναφέρει τη σημασία της ο Κλέων Παράσχος. Στα 1920 έχουμε τις Νοσταλγίες του Ουράνη. Βιβλίο εξαίρετης ποιότητας, από τα καλύτερα της ποιητικής κληρονομιάς μας. Εδώ διακρίνεται επίσης, όχι ολοκληρωτικά, όπως στα Spleen, η απήχηση του Μπωντλαίρ. Στο δοκίμιό μου “Οι τελευταίοι της παράδοσης”, έγραφα, πολύ νέος ακόμη, μεταξύ άλλων, ορισμένες κρίσεις, που μπορώ να επαναλάβω εδώ: “Ο Ουράνης είναι παιδί του γαλλικού Παρνασσού, πρώτος αυτός από όλους της γενεάς του επλησίασε με τόλμη τη μοντέρνα γαλλική ποίηση της εποχής. Απ’ αυτήν πηγάζει η αγιάτρευτη νοσταλγία του, η ανώδυνη απαισιοδοξία του, ο μπλαζεδισμός του. Τους πιο αλλότριους ποιητές μπορείς να τους συναντήσεις μέσα στα ποιήματά του, ο Μπωντλαίρ και ο Φρανσί Ζαμ παρουσιάζονται συχνά κάπως αλλοιωμένοι από την προσωπικότητα του Ουράνη, που την διατηρεί ακέραιη μέσα στους στίχους του. Ο Μπωντλαίρ χωρίς εκείνο το ρωμαλέο, το οξύ, το βαθύτατα νοσηρό και εφιαλτικό, που το έχει μεταμορφώσει σε κάτι το ανικανοποίητο, το ελαφρά πένθιμο και νοσταλγικό…”. Παραδείγματα:

1) Στα δειλινά τα πένθιμα και φθινοπωρινά,

όταν χτυπάει στα τζάμια τους θρηνητικά η βροχή,-

ενώ στην πόλη εσπερινούς βαρούν αργά οι καμπάνες,-

παίρνουνε μιαν εξωτική οι κάμαρες ζωή.

……………………………………………………………………………..

2) Χινοπωριάτικοι καιροί… Ρολόγια που χτυπάνε

τις μάταιες ώρες ξαφνικά στην παγερή ησυχία,

ενώ λαγγεύουν οι ψυχές και η χλωμή Ανία

σαν το βραχνάν απάνω μας γυρμένη, κ.λ.π.

Στα 1921 εμφανίζεται στα γράμματα μας ένα άλλο βιβλίο ποιότητας, τα Νηπενθή του Κ.Γ. Καρυωτάκη. Εδώ πάλι θα προσέξω τον τίτλο, γιατί υπενθυμίζει, με ό,τι κι αν σημαίνει το αντίθετο, τα Άνθη του Κακού. Το βιβλίο έχει και ένα πρόλογο (με τίτλο “Σαν πρόλογος”), σε πεζό, ελληνική μετάφραση βεβαίως και με υπογραφή Charles Baudelaire. Είναι η μεταφορά του ποιήματος του Μπωντλαίρ “Η φωνή”, που στο πρωτότυπο είναι γραμμένο σε κανονικά τετράστιχα, με σταυρωτές ρίμες. “Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι – κι αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί – η Αθανασία τους είναι χαρισμένη”. Υπάρχουν και τούτοι οι στίχοι στα Νηπενθή. Αρκετά λοιπόν απασχολεί τον ποιητή ο Μπωντλαίρ. Και δεν είναι μόνον αυτό. Αλλά και νοηματικά βρίσκεται συχνά κοντά του. Σε κάποια σημεία αποφασιστικά της στάσης του, της ερμηνείας, του τρόπου που μας δίνει τον εαυτό του. Ο Μπωντλαίρ, σ’ ένα από τα Spleen του, που ο Καρυωτάκης θα μεταφράσει και θα καταχωρίσει στο επόμενο βιβλίο του, λέει: “Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα – πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα – γέρο”. Και ο Καρυωτάκης δυο φορές θα πει, την πρώτη φορά: “Τρελέ, τρελέ, που εγέρασες – και νέος ποτέ δεν ήσουν” και τη δεύτερη κάτι παρεμφερές: “Τα χρόνια που περάσανε με αφίσαν – παράξενο παιδάκι γερασμένο”. Αλλά, κατ’ αρχήν, τα Νηπενθή είναι ένα βιβλίο ήπιο, τρυφερό, ρομαντικό. Όσο κι αν υπάρχει στο έργο του Μπωντλαίρ, και σε αρκετά μάλιστα ποιήματα, μια τέτοια τάση χαμηλού ρομαντισμού, δεν είναι όμως η αντιπροσωπευτική, εκείνη που εξατομικεύει τον ποιητή. Θέλω να πω ευκρινέστερα ότι ο Καρυωτάκης έως εδώ εγγράφεται θαυμαστής του Μπωντλαίρ και μας το επισημαίνει με ορισμένα εξωτερικά τεκμήρια και στοιχεία. Τα Ελεγεία και Σάτιρες (1927) που είναι και το καλύτερο βιβλίο του Καρυωτάκη, πιο πλούσιο από το προηγούμενο, πιο αντιπροσωπευτικό, αυτό που δημιούργησε μια πρόσκαιρη και χωρίς νόημα ουσιαστικό, κίνηση, τον “καρυωτακισμό”, αυτό μας οδηγεί από ορισμένους δρόμους στο Μπωντλαίρ. Τώρα ο Καρυωτάκης γίνεται ρεαλιστικότερος και γίνεται πεζολογικός. Δηλαδή, οδηγείται προς τον Μπωντλαίρ και εκφραστικά σε μια στιγμή ωρίμανσης της τέχνης του, που το βιωματικό περιεχόμενό της συγγενεύει προς τον Μπωντλαίρ. Αλλά βεβαίως, πιο περιορισμένος, από το γάλλο ποιητή, πιο αποκλειστικός, πιο στεγανός, αντιμετωπίζει μόνο το αδιέξοδο, την παραίτηση από τη ζωή. Ο Μπωντλαίρ δεν παραιτείται και συχνά βρίσκεται στην κόλαση και στον παράδεισο και στο καθαρτήριο και όχι μόνο σ’ αυτά, αλλά είπαμε και σ’ ένα άλλο χώρο όπου δεν υπάρχει λύπη ούτε χαρά, απ’ όπου μπορεί να μελετά και το Θεό και το διάβολο και να παρηγοριέται για την πτώση του, γιατί ακόμα και σ’ αυτόν τον ουδέτερο χώρο δεν έχει κριθεί. Είναι ελεύθερος. Ο Καρυωτάκης είναι δέσμιος της ζωής και έχει μια μονομέρεια που την μετατρέπει σε ποίηση σπαρακτική. Τώρα τα ποιήματά του αποκτούν μια οξύτητα που δεν την είχαν πρώτα. Και σαν νόημα συμπλησιάζουν με ορισμένες πλευρές, του μπωντλαιρικού έργου.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,

μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,

να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου καράβι,

δίχως να ξέρω που με πας και δίχως να γυρίσω.

Και ο Μπωντλαίρ στο περίφημο ποίημά του το “Ταξίδι” θα μας βεβαιώσει ότι “οι πραγματικοί ταξιδιώτες είναι εκείνοι που φεύγουν για να φύγουν… και χωρίς να ξέρουν το γιατί, λένε πάντοτε: Εμπρός”.

Ο Καρυωτάκης ήταν σπουδαίος ποιητής. Δεν θα βρούμε ένα ποίημα που να μην έχει τη σφραγίδα του. Δημιούργησε ποίηση ατομική και μοναδική. Με τον Μπωντλαίρ τον συνδέει ο θαυμασμός και μια εκλεκτική συγγένεια. Έτσι, π.χ. τα ποιήματα “Κριτική”, σχεδόν όλα της “Δεύτερης Σειράς” του βιβλίου, δηλαδή τα “Ηλύσια”, “Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες”, “Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει”, “Ανδρείκελα”, “Επίκληση”, “Όταν άνθη εδένατε”, “Φθορά”, οι περισσότερες “Σάτιρες” , εκπηγάζουν κατά κάποιο τρόπο, έχουν σαν απώτατη αφετηρία την μπωντλαιρική στάση και έκφραση.

Μέσα στις χρονολογίες αυτές, από το νεανικό Ουράνη (Spleen), έως τον ώριμο Καρυωτάκη (Ελεγεία και Σάτιρες), αναπτύσσεται ένα ενδιαφέρον ζωηρό για τον Μπωντλαίρ, με μεταφράσεις του έργου του, με διαλέξεις (ο Κλέων Παράσχος, οι Αλεξανδρινοί), με μελέτες, με άρθρα. Ο Γεώργιος Σημηριώτης παρουσιάζει στα 1917, ένα μεγάλο αριθμό ποιημάτων του Μπωντλαίρ και δεν θα παραιτηθεί ποτέ, ως τις ημέρες μας, να πληθαίνει τις μεταφράσεις, να τις τυπώνει άλλοτε σαν Άνθη του Κακού, άλλοτε σαν Τ’ απαγορευμένα ποιήματα (ποτέ δεν είχε μόνο τα απαγορευμένα). Έτσι, έγινε ένας συντελεστής της γνωριμίας του ποιητικού έργου του Μπωντλαίρ στην Ελλάδα.

Στα 1922 ο Κλέων Παράσχος εκδίδει τα Εικοσιοχτώ ποιήματα του Κλ. Παράσχου και τα εικοσιδύο του Μπωντλαίρ. Ο Παράσχος είναι από τους πνευματικούς μας παράγοντες, που εβοήθησαν τα μέγιστα στην επιβολή του γάλλου ποιητή στα γράμματά μας. Είναι πλήθος τα μελετήματα και τα άρθρα για τη ζωή και για το έργο του, σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, επίμονα, επί ολόκληρη σειρά ετών, από το 1920 έως το 1930.

Στα 1928 κυκλοφορεί σε τόμο ο Μανόλης Κανελλής, μετάφραση εξήντα τεσσάρων ποιημάτων από τα Άνθη του Κακού. Και στα 1929 εκδίδει ο ίδιος μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο Τα ρίγη της γης. Είναι ένα πλήθος ποιήματα εντελώς μπωντλαιρικά που προεκτείνουν την ανταρσία του Μπωντλαίρ σ’ ένα λεκτικό, κούφιο και επιδεικτικό επαναστατισμό, έναντι των πάντων. Και όμως αυτό το βερμπαλιστικό βιβλίο διαβάστηκε από τους νέους της εποχής και είχε κάποια επίδραση. Βρισκόμαστε στην εποχή που έχει αυτοκτονήσει ο Καρυωτάκης. Οι νέοι αναγνωρίζουν δύο θεούς, στα ποιητικά μας πράγματα, τον Μπωντλαίρ και τον Καρυωτάκη. Ο Μπωντλαίρ σαν να είναι πια δικός μας ποιητής, έλληνας. Το κλίμα αυτό το καλλιεργούν και οι πολλές μεταφράσεις, καλές – κακές, από μεταφραστές που ολοένα εμφανίζονται και είναι από τα καλύτερα ονόματα της εποχής: Σωτήρης Σκίπης, Στέφ. Δάφνης, Τέλλος Άγρας, Μήτσος Παπανικολάου, Ν. Προεστόπουλος, Κ. Βελμύρας, Καίσαρ Εμμανουήλ, Γ. Κοτζιούλας, Μίνως Ζώτος, Μαρία Πολυδούρη, Γ. Γεραλής, Γ. Σταυρόπουλος, Μάρκος Τσιριμώκος κι άλλοι, κι άλλοι.

*Άρθρο του Μηνά Δημάκη στην Νέα Εστία, Χριστούγεννα του 1967

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: