Μικρά που έμειναν στο

Παναγής Σκουζές – Χρονικό της σκλαβωμένης Αθήνας

Ευθύς έβαλε φύλακας εις τας πόρτας, έριξε δόσιμο τόσα γρόσια, κατά την κατάσταση. Κάθε οικογένεια καλή τόσα ξεστιά λάδι· όσα γρόσια και τόσα ξεστιά. Οι φυλακές εγέμωσαν, ανδρίκεια φυλακή και γυναίκεια φυλακή· δεν έλειπαν από τας δύο φύλακας από εκατόν πενήντα έως διακόσιοι πενήντα άντρες και εις την γυναίκεια από εικοσιπέντε έως ογδόντα γυναίκες.

Ήτον οι άντρες ορθοί εις την φυλακή· δεν εχωρούσαν καθιστοί. Δια να πάγει κανένας εις το παράθυρο της φυλακής οπού ήτον με σίδερα, να ομιλήσει κανενός φυλακισμένου, αν ήτον εμπρός ομιλούσεν εύκολα, ειδέ ήτον οπίσω, τον εσήκωναν σηκωτά από πάνω από τους ανθρώπους ή πολλά σπρωχτά, δια να πάγει να ομιλήσει.

Αν του επήγαιναν κομμάτι ψωμίον ή ολίγον άλλο τι δια να φάγει, το έδιδαν χέρι με χέρι και το ελάμβανε ο πισινός. Από το παράθυρο της φυλακής έβγαινεν ένας καπνός, μιαν άχνα, ωσάν σύγνεφο μαύρο, του αναγκαίου η βρώμα τόσων ανθρώπων· οι ηλικιωμένοι άνθρωποι εκινδύνευαν, έρχονταν εις τα ολοίστια και ολίγοι εξημερώθηκαν αποθαμένοι.

Εις την αντρίκεια φυλακή εκρέμετο ο φάλαγγας. Μετά οχτώ ημέρας της φυλακίσεως, όποιος δεν επλήρωνεν εδέρετο με τες έτοιμες βέργες, οπού οι αγροφύλακες ήτον εις χρέος, κάθε δυο ημέρες, να φέρνουν ένα δεμάτι πρικοδάφνες προς ραβδισμόν των φυλακισμένων.

Παρομοίως εις τη γυναικεία φυλακή είχαν μια κολόνα μαρμαρένια όρθια και έδεναν τη γυναίκα όρθια, βάζοντας το στήθος της κατά το μέρος της κολόνας, και με τας βέργας οι στρατιώται την έδερναν, οι Τούρκοι.

Οι γυναίκες αυτές, ήταν άλλες χήρες, άλλες οπού ήταν οι άντρες των κρυμμένοι εις τας εξοχάς, εδούλευαν και εκοιμώντο έξω, εις τα σπήλαια και ρεύματα, και άλλοι ήτον φευγάτοι. Και δυσκόλως ημπορούσαν να πάρουν τας φαμελιάς των, να τας φέρουν όθεν ήτον αυτοί, εις Χαλκίδα, Θήβα, Λιβαδιά, Μέγαρα, Πελοπόννησο, εις τας νήσους και εις Ανατολή.

Τότε ο πατήρ μου, από το θάνατο της μητρός μου, από το θανατικό οπού ακολούθησε, και από τον ερχομό του Χατζή Αλή, οπού άρχισε την τυραννία, τη σερμαγή του την ετέλειωσε. Το εισόδημα λαδιού το ελάμβανε ο Χατζή Αλής. Επώλησε τα κτήματά του· ύστερον, μην έχοντας άλλο τι, τον εφυλάκωσαν δια το κατάστιχον λεγόμενον τότε, δόσιμον τυραννίας.

Ήβγεν αυτός από τη φυλακή, δια να οικονομήσει χρήματα, βάζοντας μένα εις φυλακήν, ως αμανέτι, υποθήκην, αλλά τότες ποιος εδάνειζεν; ή ποιος είχεν; ή και αν κανένας χριστιανός είχε, πώς εκοτούσε να δανείσει ή να κάμει καμίαν αγοράν, εκτός των Οθωμανών, οπού δε υπόκειντο εις καμίαν τυραννίαν, αλλά οι Οθωμανοί, μερικοί οπού εσώζοντο, δεν εδάνειζον, αλλά αγόραζαν κτήματα παρατιμής.

Ο πατήρ μου δεν ημπόρεσε να εξοικονομήσει χρήματα. Κινητά δεν είχε να πωλήσει. Τα κινητά της μητρός μου του τα είχαν πάρει. Της μητριάς μου τα ψιλικά, κάτις ρουχικά, τα είχαν κλέψει, όταν ήβγαμε εις Χαλάνδρι από το θανατικό·ακόμη και του πατρός μου τα ρουχικά και λοιπά, οπού η πόλις ήτον έρημη.

Μόνον οι Τούρκοι ήτον εις την πόλην μεινεσμένοι, οπού δεν εφοβούντο την πανώλην. Και έρημος όντας η πόλις, ένας Τούρκος, γείτονάς μας, ντερβίσης Αγάκος, ήμπε με σκάλα εις το σπίτι και έκλεψεν όλα ομού και το χαλκωματικό.

Εγώ έμεινα εις φυλακήν μιαν ολόκληρον εβδομάδα. Ο πατήρ μου ήρχονταν κάθε αυγή και μου ήφερνε ολίγο ψωμί και ολίγες ελιές. Εγώ του έλεγα: «πατέρα, πότε θα με βγάλεις από τη φυλακή;». Αυτός μου έλεγε: «παιδί μου, δεν ημπορώ να οικονομήσω χρήματα, και εγώ τι να κάμω δεν ηξεύρω». Εγώ τότες ήμουν χρόνων έντεκα μόλις.

Η στενοχωρία της φυλακής! Με τσαλαπατούσαν οι άνθρωποι. Μου λέγει ο πατήρ μου: «παιδί μου, άλλο δεν στοχάζομαι, να πουλήσω τα ελαιόδεντρα, τα εξήντα, οπού είναι εις Χρυσαγιώτισσα, της μητρός σου· αμέ, τι άλλο να κάμω;». Εγώ του είπα: «κάμε, να ξεφυλακιστώ!».

Και έτσι τα πωλεί προς γρόσια τρία, και πληρώνει το δόσιμο και με βγάνει. Έως τότε με είχεν εις το ελληνικό σκολείον λεγόμενο, εις τον διδάσκαλο Σαμουήλ Κουβελάνο, και είχα προχωρήσει έως την Χρηστοήθειαν λεγομένην τότε. Αλλ’ ο πατήρ μου, από την δυστυχίαν, με ήβγαλε, λέγοντάς μου, ότι η περίστασίς μας είναι δεινή, να με βάλει εις μέρος, να παίρνει τίποτες, να πληρώνει το χαράτζι μου…

******************************************

Στη Χαλκίδα πρόσφυγες

Η τυραννία του Χατζή Αλή αύξαινε. Εζητούσα της μητριάς μου να με δώσει ψωμί και δεν υπήρχε. Ο πατήρ μου εις φυλακήν. Τέλος αποφασίσαμε την φυγήν δια την Χαλκίδα, αφού επωλήσαμεν έναν γρασιδότοπο εις τον Άγιο Δημήτριο τον Κυρίτζη, και μερικά χαλκώματα, και επλήρωσεν ο πατέρας μου και εξεφυλακίστη…

Τέλος μιαν αυγή, με δίδει ο πατήρ μου το γάιδαρο και τον παίρνω και περνώ από τη πόρτα των Αγίων Αποστόλων, και αυτός πέφτει από το τειχίον και έρχεται και με ευρίσκει, καθώς με παράγγειλε, και τραβούμε δια την Χαλκίδα οι δυο μας, από το μέρος του Καλάμου. Εξημερώθημεν και ολημερίσαμεν εις ένα ρεύμα κατά το μέρος της Κηβισιάς. Ήτον εις τα 1790, προς τον Σεπτέμβριο…

Ετραβήξαμε δια την Χαλκίδα με το νηστικό γάιδαρο εμπρός, έχοντες απάνω ένα δισάκιον με ολίγα ρούχα εμπαλωμένα και την παλαιόκαπα του πατρός μου, και μιαν αντρομίδα και εις το πουγκί, όλα όλα, παράδες εξήντα·εις τα πόδια παλαιά παπούτζια, και το φέσι τρύπιο!

Εις Χαλκίδα πηγαίνοντας, ηύραμε πολλούς Αθηναίους παπουτζήδες, σκοινάδες, ραφτάδες, περιβολαρέους, μπακάληδες, και σαπουντζήδες, οι οποίοι ήταν φευγάτοι παρεμβρός. Μας εδέχθηκαν·μας επαρηγόρησαν.

Εκοντέψαμε εις κάποιον Αργυρό Πούλο, Αθηναίο, συντεχνίτην του πατρός μου, με τον οποίο και εσυντρόφεψε μαζί. Βάζοντας αυτός τα σύνεργα, ελάβαινε κάτι περισσότερο.

Εις Χαλκίδα δεν ήτον τυραννία δοσίματος, χρηματική, αλλά οι Τούρκοι ήτον κάκιστοι. Εσκότωναν τους χριστιανούς δια μικράς αιτίας και άλλα αισχρά έπρατταν.

Βλέποντας αυτά ο πατήρ μου, ήτον ένας Αθηναίος εις το χωρίον Βασιλικόν της Χαλκίδος, μόλις δυο ώρας μακριά, κάποιος Διονύσιος Κάσταγλης, παπουτσής την τέχνην. Εκατοίκει εις αυτό το χωριό. Ο πατήρ μου με έδωσε εις αυτόν, δια να μην είμαι εις Χαλκίδα εμπρός των αγρίων Τούρκων, δια να με μάθει την τέχνην, μόνο και μόνο να με ζωοτρέφει. Αλλά αυτός ήτον πολλά μέθυσος. Καθημερινώς με έδερνε. Πλέον πτωχός από τον πατέρα μου. Σχεδόν επιθυμούσα να γεμώσω την κοιλιά μου κοντά του…

Εις τα 1791 έπιασε θανατικό. Εις το πλησίον χωριό μας Φίλα ονομαζόμενο, ήτον κεφαλοχώρι, έως τριακόσιες πενήντα οικογένειες, παθαίνοντας κάμποσοι το εδιάλαβαν ως βουρδόλακας , ότι επήγαιναν και έπνιγαν τους άλλους· οπού τότε αυτή η πρόληψις ήτον. Αλλά αυξάνοντας το κακό, τους έδωσαν να καταλάβουν οι φρονιμότεροι, ότι ήταν πανώλη. Οπού εξέθαπταν τους ποθαμένους και τους έκαιον με σίδερα πυρωμένα εις την καρδιά.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: