Albert Camus – Ο Ξένος

Η συνεδρίαση διακόπηκε. Βγαίνοντας από το δικαστικό μέγαρο γιά ν’ ανέβω στο αυτοκίνητο της φυλακής, αναγνώρισα για μιά ελάχιστη στιγμή τη μυρωδιά και το χρώμα μιας καλοκαιριάτικης βραδιάς. Μέσα στο σκοτάδι της κινητής φυλακής μου, ξαναβρήκα έναν έναν, σαν από τα κατάβαθα της κούρασής μου, όλους τους γνώριμους θορύβους μιας πόλης που αγαπούσα και μιας κάποιας ώρας που παλιά μου συνέβαινε να νιώθω ευχαριστημένος. Η φωνή των εφημεριδοπωλών μέσα στη χαλαρή κιόλας ατμόσφαιρα, τα τελευταία πουλιά μέσα στο δημόσιο κήπο, οι φωνές των πλανόδιων πωλητών με τα σάντουιτς, το παραπονιάρικο τρίξιμο των τραμ στις μεγάλες στροφές της πόλης κι αυτός ο συγκεχυμένος θόρυβος του ουρανού πριν πέσει η νύχτα πάνω στο λιμάνι, όλ’ αυτά ανάπλαθαν μέσα μου ένα δρομολόγιο τυφλού, ένα δρομολόγιο που το γνώριζα καλά πριν μπω στη φυλακή. Ναι, ήταν η ώρα που πριν από αρκετό καιρό μ’ έκανε να νιώθω ευχαριστημένος. Αυτό που με περίμενε τότε, ήταν ένας ύπνος ελαφρός και δίχως όνειρα. Κι όμως κάτι είχε αλλάξει, αφού με την προσμονή της άλλης μέρας, αυτό που ξαναβρήκα ήταν το κελί μου. Λες κι εκείνοι οι γνώριμοι δρόμοι που ήταν χαραγμένοι στους καλοκαιριάτικους ουρανούς μπορούσαν να οδηγήσουν το ίδιο στη φυλακή όσο και σε αθώους ύπνους.

[…]

Τότε, δεν ξέρω γιατί κάτι έσπασε μέσα μου. Άρχισα να ουρλιάζω και τoν έβρισα και του είπα να μην προσευχηθεί. Τον είχα αρπάξει απ’ το γιακά του ράσου του. Έβγαζα πάνω του ότι είχα και δεν είχα στα βάθη της καρδιάς μου, σκιρτήματα χαράς συνάμα και θυμού. Ήταν τόσο σίγουρος, δεν ειν’ έτσι; Ωστόσο καμιά σιγουριά του δεν ήταν όσο μια τρίχα απ’ τα μαλλιά μιας γυναίκας. Δεν ήταν καν σίγουρος ότι ήταν ζωντανός αφού ζούσε σα νεκρός. Εγώ, έμοιαζα να ΄μαι με άδεια χέρια. Όμως ήμουνα σίγουρος για τον εαυτό μου, πιο σίγουρος από εκείνον, σίγουρος για τη ζωή μου και γι’ αυτόν το θάνατο που θα ΄ρχόταν. Ναι, εγώ δεν είχα παρά αυτό. Μα τουλάχιστον κρατούσα αυτή την αλήθεια όσο με κρατούσε κι εκείνη. Είχα δίκιο, κι ακόμα έχω, πάντα είχα δίκιο. Έζησα μ’ αυτό τον τρόπο και θα μπορούσα να είχα ζήσει με κάποιον άλλο. Είχα κάνει αυτό και δεν είχα κάνει εκείνο. Δεν είχα κάνει αυτό το πράγμα ενώ είχα κάνει το άλλο. Κι έπειτα; Ήταν σα να περίμενα όλο αυτό τον καιρό τούτο εδώ το λεπτό κι αυτή την αυγούλα όπου θα δικαιωνόμουνα. Τίποτα, τίποτα δεν είχε σημασία, κι ήξερα πολύ καλά το γιατί. Κι αυτός επίσης το ήξερε. Από τα βάθη του μέλλοντός μου, σ’ όλην αυτή την παράλογη ζωή που είχα περάσει, μια σκοτεινή πνοή ανέβαινε προς τα μένα, μέσα απ’ τα χρόνια που δεν είχαν έρθει ακόμα κι αυτή η πνοή ισοπέδωνε στο πέρασμά της όλ’ αυτά που μου είχαν προτείνει τότε σ’ εκείνα τα χρόνια, τα όχι πιο πραγματικά, που ζούσα. Τι μ’ ενδιέφερε ο θάνατος των άλλων, η αγάπη μιας μητέρας, τι μ’ ενδιέφερε ο Θεός του, η ζωή που διαλέγουμε, και τα πεπρωμένα μας, αφού ένα και μοναδικό πεπρωμένο θα διάλεγε εμένα και μαζί μ’ εμένα εκατομμύρια προνομιούχους που, όπως εκείνος, ονομάζονταν αδελφοί μου. Καταλάβαινε; Καταλάβαινε λοιπόν; Όλοι οι άνθρωποι ήταν προνομιούχοι. Δεν υπήρχαν παρά προνομιούχοι.[…]

 

 

The Stranger – 1967

Ντοκιμαντέρ από BBC για το βιβλίο

 

Previous Post
Next Post

No Comments

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: