Κόλαση

Η κόλαση είναι αρχαία ελληνική λέξη που προέρχεται από το ρήμα κολάζω, που είχε ως πρωταρχική σημασία το κλαδεύω. Πρόερχεται από την λέξη κόλος, όπου χρησιμοποιείτο για τα ζώα που είχαν κομμένο κέρατο, ακρωτηριασμένο πόδι ή κομμένη ουρά, δηλαδή κολοβό. Η σημασία της λέξης άλλαξε μετέπειτα και πήρε την έννοια του συγκρατώ από κάτι άσχημο. Αργότερα πήρε την σημασία του σωφρονισμού.

“τὸ μὲν Τελαμώνιος Αἴας πῆλ’ αὔτως ἐν χειρὶ κόλον δόρυ (Ομήρου Ιλιάδα Π 117)”

“κόλος μάχη (ονομασία της ραψωδίας Θ της Ιλιάδας)”

“ἐπιθυμίας τὰς ἑαυτοῦ ἐᾶν ὡς μεγίστας εἶναι καὶ μὴ κολάζειν (Πλάτωνας)”

“οι νόμος εστίν εισάγειν τους κολάσεως δεομένους αλλ’ ου μαθήσεως (Πλάτωνας)”

Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε η κόλαση αλλά ο Άδης, όπου μετέβαιναν οι ψυχές μετά τον θάνατο. Επίσης, δεν υπήρχε η σημασία της τιμωρίας. Αυτό, όπως το γνωρίζουμε μέσω του χριστιανισμού, προήλθε από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Από το πιο κάτω χωρίο και στους επόμενους αιώνες, κόλαση ονομάζουμε την μεταθάνατο τιμωρία αλλά και τον χώρο όπου πάνε οι πεθαμένοι που έκαναν άσχημα πράγματα στην ζωή τους.

“ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον”

Σήμερα η λέξη έχει και άλλες σημασίες όπως για παράδειγμα “η τάδε είναι μια σκέτη κόλαση”, εννοώντας την σέξι γυναίκα ή “μαζί του η ζωή μου έγινε κόλαση” εννοώντας πως έζησε πολύ άσχημες καταστάσεις.

Previous Post
Next Post

5 Comments

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: