Τα Χριστούγεννα που θυμάμαι

Ήταν βαριά άρρωστος. Το δυστύχημα τον πήρε χρόνια πίσω. Δεν μπορούσε να περπατήσει. Εν ολίγοις, έμεινε παράλυτος για ένα μικρό διάστημα, μέχρι να αναρρώσει η πλάτη του. Το θετικό είναι ότι ο γιατρός του εγγυήθηκε ότι θα περπατούσε ξανά. Απλά ήθελε υπομονή. Να είσαι θετικός και όλα θα παν καλά του έλεγε συνεχώς.

Τις πρώτες μέρες ήταν ράκος. Άρχισε να πιστεύει ότι δεν περπατούσε ποτέ ξανά. Πώς να μην το πιστεύει άλλωστε αφού δεν μπορούσε να κινήσει τα πόδια του. Με το πέρασμα των πρώτων ημερών άρχισε να νιώθει καλύτερα. Όχι στην υγεία αλλά στην ψυχολογία. Έκανε και φίλο τον δίπλα ασθενή. Συζητούσαν μαζί περί ανέμων και υδάτων. Όχι όμως προσωπικά. Ήταν πολύ νωρίς. Ποτέ δεν τον ρώτησε γιατί βρισκόταν στο νοσοκομείο.

Σιγά σιγά πέρασε ο πρώτος μήνας και άρχισαν να κάνουν παρέα λες και ήταν παιδικοί φίλοι. Αυτός όμως δεν μπορούσε να κινηθεί απ’ το κρεβάτι. Μοναχά έβλεπε το ταβάνι του νοσοκομείου. Απαγορευόταν αυστηρώς να κινείται. Η πλάτη του δεν το επέτρεπε. Έτσι όταν βρήκε το θάρρος του ζήτησε μια χάρη.

“Μου λες σε παρακαλώ τι γίνεται με τον έξω κόσμο; Τι βλέπεις; Απ’ την μέρα που ήρθα εδώ αναίσθητος με το ασθενοφόρο δεν έχω δει τον έξω κόσμο;”

Εκείνος χαμογέλασε και του είπε:

“Πραγματικά δεν ξέρεις τι χάνεις που δεν βλέπεις έξω. Είναι απίστευτα όμορφο το τοπίο. Υπάρχει ένα τεράστιο πάρκο όπου καθημερινά παίζουνε παιδιά, ότι λογής παιχνίδι μπορείς να φανταστείς. Έρχονται εδώ οικογενειακώς και περνάνε υπέροχα. Που να δεις τον κήπο πόσο μεγάλος είναι!”

Έκλεινε και αυτός το μάτια του και τα ονειρευόταν. Κάθε μέρα που περνούσε, του ζητούσε να του πει τι βλέπει έξω στο πάρκο. Είχαν κανονίσει κιόλας πως όταν όλα τελειώσουν και για τους δυο, θα πηγαίνανε μαζί για καφέ στο πανέμορφο πάρκο.

Μήνες αργότερα, όταν ήρθαν τα Χριστούγεννα, άρχισε να νιώθει πολύ καλύτερα. Ξεκίνησε να κάνει για πρώτη φορά κάποιες μικρές κινήσεις. Δυστυχώς όμως είχε χάσει τον φίλο του. Η αρρώστια του είχε επιδεινωθεί και έπρεπε να αλλάξει εσπευσμένα θάλαμο. Μέρες αργότερα, ο φίλος του είχε πεθάνει. Έμαθε τα άσχημα μαντάτα από την νοσοκόμα που τον εξυπηρετούσε. Λυπήθηκε πολύ αλλά σκέφτηκε πως έτσι είναι η ζωή…

Πριν φύγει η νοσοκόμα από το δωμάτιο την ρώτησε:

“Μπορείς σε παρακαλώ να μου πεις τι βλέπεις απ’ έξω;”

Αυτή με ένα ύφος περίεργο του απάντησε:

“Τι εννοείς απ’ έξω. Το μόνο που μπορείς να δεις απ’ εδώ είναι το πίσω μέρος της πολυκατοικίας. Άσε που είναι παλιά και βρώμικη”.

– “Μα τι λες; Ο φίλος μου έλεγε για ένα παραδεισένιο πάρκο που παίζουνε παιδιά”.

– “Δεν θέλω να σε λυπήσω αλλά ο φίλος σου ήταν εκ γενετής τυφλός. Τίποτα δεν είδε ποτέ του”.

Έκλεισε και αυτός τα μάτια του και ένα δάκρυ χαράς κύλησε.

“Απίστευτο πράγμα. Με κρατούσε τόσο καιρό χαρούμενο απλά και μόνο για να μου δίνει κουράγιο. Πώς να ξεχάσω εκείνα τα Χριστούγεννα;”

Previous Post
Next Post

5 Comments

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: