Δεν μπήκε στο ψυχιατρείο γιατί ήταν τρελός.
Μπήκε γιατί δεν χωρούσε.
Ο Γιώργης Ζάρκος ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν ξέρουν να σωπαίνουν. Από εκείνους που δεν προσαρμόζονται εύκολα, που δεν σκύβουν το κεφάλι όταν πρέπει. Στη δεκαετία του ’30, μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο ισορροπίες, γνωριμίες και σιωπές, εκείνος έκανε το λάθος να μιλήσει — και να επιμείνει.
Όταν είδε έργο του να δημοσιεύεται με ξένο όνομα στη «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», δεν το άφησε να περάσει. Έστειλε επιστολές, ζήτησε απαντήσεις, απαίτησε δικαιοσύνη. Δεν πήρε τίποτα πίσω. Μόνο σιωπή. Και τότε πέρασε στο επόμενο στάδιο: έσπασε τις βιτρίνες του εκδοτικού οίκου Πυρσός. Όχι μία φορά, αλλά επανειλημμένα. Όχι από τρέλα — από αδιέξοδο.
Η απάντηση ήταν άμεση. Συλλήψεις, μηνύσεις, φυλάκιση. Και όταν τελείωσε η ποινή του, δεν βγήκε. Τον μετέφεραν κατευθείαν στο Δαφνί. Για «παρακολούθηση».

Αυτό που βρήκε εκεί μέσα δεν ήταν θεραπεία. Ήταν ένας κόσμος βίας, εγκατάλειψης και εξευτελισμού.
«Εδώ μέσα είναι νεκροταφείο που μας έχουνε θάψει ζωντανούς. Οι γιατροί είναι οι παπάδες και οι νοσοκόμοι οι νεκροθάφτες».
Ο Ζάρκος δεν περιγράφει αφηρημένες καταστάσεις. Καταγράφει πρόσωπα. Έναν έμπορο που έχασε τα λογικά του μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, σκυφτό και άδειο, να τρώει ακαθαρσίες όταν πεινά. Δίπλα του, μια μάνα που δουλεύει μέσα στο ίδρυμα για να εξασφαλίσει λίγη φροντίδα για τον γιο της.
Σε άλλους χώρους, άνθρωποι δεμένοι γυμνοί σε κολόνες, μέσα σε ούρα και περιττώματα. Κάποιοι φώναζαν, άλλοι γελούσαν, άλλοι παραληρούσαν. Ο ίδιος σημειώνει ότι ο χώρος αυτός «ήταν κάτι χειρότερο από αποχωρητήριο».
Παιδιά δεκαπέντε έως δεκαοκτώ ετών, μισοπαράλυτα και επιληπτικά, κοιμούνταν μέσα στις ακαθαρσίες τους και το πρωί πλένονταν βίαια, «σαν να πλένουν κατάστρωμα βαποριού».
Η βία δεν ήταν εξαίρεση. Ήταν κανονικότητα. Άνθρωποι ξυλοκοπούνταν μέχρι να αλυσοδεθούν, σέρνονταν στην αυλή και δένονταν όρθιοι σε παράθυρα για μέρες, χωρίς να μπορούν να καθίσουν. Όταν εξαντλούνταν, το σώμα τους κρεμόταν από το δεμένο τους χέρι. Εκεί ζούσαν. Εκεί έκαναν τις ανάγκες τους.

Αλλού, η ταπείνωση έπαιρνε σχεδόν τελετουργική μορφή. Ένας άνθρωπος εξαναγκάζεται να απαγγείλει το «Πιστεύω» και σε κάθε λάθος δέχεται χτυπήματα. Στο τέλος, τον αναγκάζουν να σκύψει και να φιλήσει ένα πιάτο με αποφάγια, ενώ οι νοσοκόμοι γελούν.
Ο ίδιος γράφει ότι οι νοσοκόμοι δεν ήταν φροντιστές, αλλά «θηριοδαμαστές». Οι γιατροί περνούσαν, ρωτούσαν τυπικά και έφευγαν. Η πραγματική εξουσία βρισκόταν αλλού.
«Του κάθε τρελού η κάθε κουβέντα, αν εξετάσεις καλά την ψυχή του και το πώς έζησε, βλέπεις πως έχει σημασία.»
Μέσα σε αυτή την καθημερινότητα, υπάρχει μια σκηνή που ξεχωρίζει. Ένας τρόφιμος προσπαθεί να ελευθερώσει μια γυναίκα που έχουν αφήσει δεμένη έξω, στο κρύο. Της μιλά, της υπόσχεται ότι θα φύγουν μαζί. Για λίγο γελούν. Για λίγο μοιάζει να υπάρχει κάτι ανθρώπινο.
Λίγο μετά, τη συλλαμβάνουν, τη δέρνουν και τη δένουν ξανά. Ο άντρας παρακολουθεί ανήμπορος. Θέλει να φωνάξει, αλλά δεν μπορεί. Θέλει να κινηθεί, αλλά το σώμα του παραλύει. Και ύστερα έρχεται κάτι ακόμη πιο βαρύ από τη βία: η σιωπή.
«Δεν τούρχεται όμως το παράπονο γιατί δε βρίσκει σε ποιόνε να το πει».
Η έλλειψη ανθρώπου, η αδυναμία να ακουστείς, γίνεται αρρώστια.
Ο Ζάρκος βγήκε από το Δαφνί μετά από πενήντα τέσσερις ημέρες. Δεν έμεινε όμως σιωπηλός. Το 1932 εξέδωσε το Η τρέλα σ’ όλα τα στάδια ή πενήντα μέρες στο τρελοκομείο και το 1934 το Ζωντανά πτώματα. Δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει τίποτα. Κατέγραψε.
Ο Κώστας Βάρναλης σημείωνε ότι ο ρεαλισμός του δεν αφήνει περιθώριο να θεωρηθεί υπερβολή. Δεν είναι λογοτεχνία. Είναι μαρτυρία.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο δύσκολο.
Όχι ότι όλα αυτά συνέβησαν.
Αλλά ότι καταγράφηκαν —
και εμείς δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν ξέραμε.
Φωτογραφία: Η κεντρική φωτογραφία ανήκει στον Scott Typaldos και δεν είναι από το Δαφνί.
