Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε το 1851 στη Σκιάθο. Μεγάλωσε σε ένα μικρό νησί, σε μια φτωχή αλλά βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν ιερέας, κι έτσι η εκκλησία δεν ήταν για εκείνον κάτι μακρινό ή τυπικό· ήταν μέρος της καθημερινότητας.
Ο ίδιος θυμόταν αργότερα τα παιδικά του χρόνια και έγραφε:
«Ο πατήρ μου ήτο ιερεύς, και πολλάκις με έπαιρνε μικρόν εις την εκκλησίαν. Εκεί εγνώρισα από νωρίς την γλυκύτητα των εκκλησιαστικών ύμνων.»
Κάτι από εκείνη την παιδική εμπειρία έμεινε μέσα του για πάντα. Η μυρωδιά του λιβανιού, οι ψαλμοί, οι φωνές των ψαλτών. Μνήμες που δεν έμειναν μόνο στην παιδική του ηλικία, αλλά πέρασαν αργότερα και στις σελίδες του.
Δεν είναι τυχαίο που τέτοιες εικόνες επιστρέφουν συχνά στα διηγήματά του. Στο «Χριστό στο Κάστρο» γράφει:
«Η εκκλησία ήτο πλήρης ευωδίας λιβάνου και οι ψάλται έψαλλον μετά κατανύξεως.»
Δεν είναι απλώς μια περιγραφή. Είναι σχεδόν σαν να βλέπει κανείς τη σκηνή μπροστά του.
Ίσως γιατί ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης δεν έμεινε ποτέ μακριά από αυτή τη ζωή. Για χρόνια έψαλλε στις εκκλησίες, κάτι που θυμίζει και ο αφηγητής στο «Όνειρο στο κύμα» όταν λέει:
«Ήμην τότε ακόμη μαθητής και έψαλλον εις την εκκλησίαν.»
Κι όμως, η πίστη στον κόσμο του Παπαδιαμάντη δεν εμφανίζεται μόνο στα γιορτινά ή φωτεινά κείμενα. Ακόμη και στα πιο σκοτεινά έργα του, όπως η «Φόνισσα», η θρησκεία παραμένει παρούσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
Σε μια στιγμή η γριά «εσταυροκοπήθη και εψιθύρισε μίαν προσευχήν».

Ίσως εκεί βρίσκεται και το μυστικό του Παπαδιαμάντη. Η πίστη του δεν είναι κήρυγμα ούτε διδασκαλία. Είναι κάτι πιο απλό: μια συνήθεια της ψυχής. Μια κίνηση, ένας ψίθυρος, ένα σταυροκόπημα μέσα στη σιωπή.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο αληθινό στοιχείο στον Παπαδιαμάντη. Η πίστη του δεν φωνάζει. Δεν διδάσκει. Δεν προσπαθεί να πείσει κανέναν.
Απλώς υπάρχει.
Όπως υπάρχει το λιβάνι μέσα σε μια παλιά εκκλησία.
Ήσυχα.
Και επίμονα.

