Ο πόλεμος δεν ξεκινά στα πεδία των μαχών.
Ξεκινά πολύ νωρίτερα, μέσα σε φόβους, επιθυμίες και ανάγκες που όλοι αναγνωρίζουμε.
Αυτό προσπάθησε να εξηγήσει ήδη από την αρχαιότητα ο Θουκυδίδης. Παρατηρώντας τον κόσμο γύρω του, κατέληξε σε κάτι απλό και σκληρό: οι άνθρωποι πολεμούν για φόβο, για συμφέρον και για τιμή. Φοβούνται μήπως χάσουν τη δύναμή τους. Θέλουν περισσότερα. Δεν αντέχουν την ταπείνωση.

Αιώνες μετά, ο Thomas Hobbes το είδε ακόμη πιο ωμά: χωρίς νόμους και ισχυρό κράτος, οι άνθρωποι θα συγκρουστούν. Μέσα μας υπάρχει ανταγωνισμός. Αν δεν μπει όριο, η σύγκρουση γίνεται κανονικότητα.
Ο Rousseau διαφώνησε. Ο άνθρωπος, έλεγε, δεν γεννιέται βίαιος· γίνεται. Όταν εμφανίζεται η ανισότητα, όταν αρχίζει το «δικό μου» και το «δικό σου», τότε γεννιέται η ένταση. Ίσως λοιπόν δεν φταίει μόνο η φύση μας, αλλά και ο τρόπος που οργανώνουμε τη ζωή μας.
Ο Freud έστρεψε το βλέμμα ακόμη πιο μέσα. Μίλησε για μια επιθετική τάση που υπάρχει σε όλους. Όχι επειδή είμαστε τέρατα, αλλά επειδή κουβαλάμε ένταση και θυμό. Αν δεν βρουν διέξοδο, μπορούν να γίνουν καταστροφή.

Και ο Nietzsche πρόσθεσε κάτι ανησυχητικά αληθινό: ο άνθρωπος θέλει δύναμη. Θέλει να ξεπεράσει τον εαυτό του, να αφήσει σημάδι. Αυτή η ανάγκη μπορεί να γίνει δημιουργία. Μπορεί όμως να γίνει και κυριαρχία.
Αν ενώσουμε όλα αυτά, βλέπουμε μια αλυσίδα: φόβος, συμφέρον, ανισότητα, επιθετικότητα, ανάγκη για υπεροχή. Ο πόλεμος δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Χτίζεται σιγά σιγά, μέσα σε ιδέες, φόβους και επιλογές.
Σήμερα αλλάξαμε όπλα, όχι κίνητρα. Η τεχνολογία έγινε πιο ισχυρή, αλλά οι λόγοι μοιάζουν ίδιοι. Ο φόβος παραμένει φόβος. Το συμφέρον παραμένει συμφέρον. Η ανάγκη για δύναμη δεν εξαφανίστηκε.

Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι αν ο άνθρωπος είναι καλός ή κακός. Ίσως είναι και τα δύο. Μέσα μας υπάρχει και η σύγκρουση και η συνεργασία. Το ζήτημα είναι ποιο κομμάτι θα ενισχύσουμε.
Ο πόλεμος δεν ξεκινά μόνο στα σύνορα.
Ξεκινά στον τρόπο που βλέπουμε τον άλλον.
Και όσο θα υπάρχουν «εμείς» και «εκείνοι»,
η ειρήνη δεν θα είναι δεδομένη.
Θα είναι επιλογή.

