Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν ήταν εχθρός της πίστης, όπως συχνά λέγεται. Ήταν ένας άνθρωπος που σκεφτόταν βαθιά και δεν φοβόταν να κάνει ερωτήσεις για τον Θεό, τον άνθρωπο και την ελευθερία.
Αυτό όμως τον έφερε πολλές φορές σε σύγκρουση με την Εκκλησία.
Στα βιβλία του, όπως ο Καπετάν Μιχάλης και ο Τελευταίος Πειρασμός, οι ήρωες δεν είναι άψογοι και αλάνθαστοι. Είναι άνθρωποι που παλεύουν, αμφιβάλλουν, ερωτεύονται, πέφτουν και σηκώνονται.
Στον Καπετάν Μιχάλη, που διαδραματίζεται στην Κρήτη την εποχή της Τουρκοκρατίας, η πίστη συνδέεται με τον αγώνα για ελευθερία. Οι ιερείς παρουσιάζονται ως άνθρωποι με δύναμη αλλά και αδυναμίες. Η θρησκεία δεν εμφανίζεται σαν κάτι μακρινό και άψυχο, αλλά σαν κομμάτι της ζωής, γεμάτη ένταση και πάθος.
Στον Τελευταίο Πειρασμό, ο Χριστός παρουσιάζεται να βιώνει ανθρώπινους πειρασμούς και εσωτερική αγωνία. Όχι για να μειωθεί, αλλά για να φανεί πιο κοντά στον άνθρωπο. Αυτή η προσέγγιση προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις.
Στις 24 Νοεμβρίου 1954, σε συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα Τα Νέα, απάντησε ανοιχτά στις κατηγορίες. Τα λόγια του ήταν ξεκάθαρα:
«Πάρα πολύ λυπήθηκα, γιατί με τόση αφέλεια, έπεσε η Εκκλησία στην παγίδα που της έστησαν δύο ανώτεροι εκπρόσωποί της. Με μεγάλη μου θλίψη διαπίστωσα πως φάνηκαν κατώτεροι απʼ την αποστολή τους. Ο ένας αναθεμάτισε ένα βιβλίο που ομολογεί ο ίδιος πως δεν έχει διαβάσει – διάβασε μονάχα ένα υβριστικό άρθρο μιας κίτρινης εφημερίδας. Ο άλλος, που δεν κατώρθωσε καν τον τίτλο να διαβάσει σωστά, και το έγραψε “Καπετάν Μιχάλης Μαυρίδης”, συγχέοντας το όνομα του ήρωα με το όνομα του εκδότη, πήρε κομμάτια από φράσεις, στρέβλωσε άλλες, παράλειδε ό,τι δεν τον συνέφερε, κι έβγαλε το συμπέρασμα που ήθελε, ενώ όλο το βιβλίο είναι ένας ύμνος για τον αγώνα του Κρητικού Λαού και γενικά του Ανθρώπου για την Ελευθερία. Κι ακόμα ένας ύμνος για την Εκκλησία, αφού ένας μητροπολίτης, μέσα στη σφαγή υπερασπίζεται ηρωικά το ποίμνιό του κι ένας ηγούμενος πεθαίνει με μαρτυρικό θάνατο, δοξάζοντας το Θεό και την Πατρίδα.

Λυπούμαι πολύ, μα πρέπει να τονίσω πως απʼ όλη την περιπέτειαν αυτή, η Εκκλησία βγήκε μειωμένη. Να τους είχα τους παπάδες πληρώσει, δεν θα μου κάνανε τόση διαφήμιση. Και μου ζητούνε νʼ απολογηθώ Εγώ; Έπρεπε να ρθει ο Μητροπολίτης Χίου νʼ απολογηθεί, πως κρίνει ένα βιβλίο χωρίς να το διαβάσει. Το Βατικανό τουλάχιστον είπε τη γνώμη του μʼ ευγένεια. Με την ίδια ευγένεια μίλησε κι ο Μητροπολίτης Κασσάνδρειας. Ο “Τελευταίος πειρασμός” που “πείραξε” τόσο το Βατικανό, θα κυκλοφορήσει σύντομα κι ελληνικά στην Αθήνα. Θέμα του το ίδιο πάντα. Η πάλη κι η συμφιλίωση του Θεού με τον Άνθρωπο.»

Τα λόγια του δείχνουν έναν άνθρωπο πληγωμένο, αλλά όχι εχθρικό. Έναν συγγραφέα που πίστευε πως το έργο του δεν πολεμούσε την πίστη, αλλά προσπαθούσε να φωτίσει τον αγώνα του ανθρώπου με τον Θεό.
Μιλούσε για τον Θεό με ερωτήσεις, με αγωνία και με τόλμη. Και αυτό, σε μια εποχή πιο αυστηρή, ήταν αρκετό για να δημιουργήσει σύγκρουση.
Όμως μέχρι το τέλος της ζωής του, δεν σταμάτησε να γράφει για τον Θεό. Και αυτό λέει πολλά.
Ίσως τελικά να μην ήταν θέμα πίστης.
Ίσως ήταν θέμα τρόπου.

