Σαν σήμερα έφυγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Για μένα, ο δικός μου άγιος των γραμμάτων.
Όχι γιατί ήταν τέλειος, αλλά γιατί έζησε ταπεινά. Γιατί έσκυψε πάνω στον άνθρωπο χωρίς να τον εξιδανικεύσει. Γιατί έγραψε για τους μικρούς, τους φτωχούς, τους μοναχικούς, τους «ασήμαντους» και τους έκανε αιώνιους. Ο Παπαδιαμάντης δεν ύψωσε ποτέ τον εαυτό του. Ύψωσε τον άλλον.
Δεν ήθελε βλέμματα πάνω του. Τον τρόμαζε, όπως έλεγε, «η περιέργεια του κοινού». Δεν του άρεσε η ιδέα να γίνει εικόνα, είδωλο, πρόσωπο προς κατανάλωση. Γι’ αυτό και δεν είχε φωτογραφηθεί ποτέ. Μέχρι που ο Παύλος Νιρβάνας, φίλος και θαυμαστής του, τον έπεισε σχεδόν κλέφτικα, ένα απόγευμα στο καφενεδάκι της Δεξαμενής.
Ο Νιρβάνας φοβήθηκε πως, αν πέθαινε ο μεγάλος Σκιαθίτης χωρίς να αφήσει πίσω του ούτε μια μορφή, θα χανόταν για πάντα κάτι ιερό. Κι έτσι τον τράβηξε ως το φως, σχεδόν με ενοχή. Ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης ψιθύρισε, ανήσυχος, στα γαλλικά: Nous excitons la curiosité du public. Κεντρίζουμε την περιέργεια του κοινού…
Κι όμως, εκείνη η φωτογραφία έμεινε. Ο Παπαδιαμάντης σκυφτός, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με βλέμμα χαμηλωμένο. Όχι σαν συγγραφέας. Σαν βυζαντινός άγιος. Σαν μορφή ξεχασμένη από κάποιο σκονισμένο τέμπλο.
Ίσως τελικά να είχε δίκιο να φοβάται την εικόνα. Κι ίσως πάλι να μας συγχώρεσε που την κρατήσαμε. Γιατί δεν την κρατήσαμε για να τον θαυμάζουμε. Την κρατήσαμε για να θυμόμαστε τι σημαίνει ταπεινότητα.
Κι αυτό, σήμερα, μοιάζει πιο αναγκαίο από ποτέ.

