Μικρά που έμειναν στο Περιθώριο

Μ. Καραγάτσης – Το χαμένο νησί

Και τότε είδα, και τότε ένιωσα-καθώς ο ήλιος του απομεσήμερου έγυρε κουρασμένος στο δρόμο της νυχτός-πως κύλησαν ανόητα τα χρόνια τα τριανταοχτώ , πως σπαταλήθηκαν δίχως λογισμό και κρίση, δίχως στοχασμό και πείρα, δίχως ηδονή και πίκρα, σε μια τελμάτωση ζωής καθημερινής, καθεωρινής, κουρντισμένης ωσάν ρολόϊ μ΄ελατήρια που δεν λένε να σπάσουν ποτέ. Σπατάλησα τα κερδητά μου δίχως να τα χαρώ. Κ’ ήταν ζημιές τα κέρδη, κέρδη οι ζημιές, που ισοσκέλιζαν απελπιστικά όλα τα φύλα του μεγάλου βιβλίου… Καμιά μεταφορά εις νέον. Καμιά ανωμαλία στους λογαριασμούς. Κατάντησε μαγαζάκι η επιχείρηση, που πούλαγε αφιόνι με δράμι σ΄ όσους ήθελαν να αποχτηνωθούν, όπως εγώ, όπως ο κόσμος όλος…. […]

Τι κέρδισα ; Τι χάρηκα; Τριγύρισα τις θάλασες της γης, έσκισα πέλαγα κι ωκεανούς, είδα χώρες κι ακρογιάλια, παράλλαξα νησιά, αντίκρισα ουρανούς κι αστέρια στις μακριές αγρύπνιες της γέφυρας, μίλησα με ανθρώπους στους σταθμούς των λιμανιών, έσφιξα γυναίκες στην αγκαλιά μου, που μου ζήτησαν ένα κομμάτι χρυσάφι για να στενάξουν, όταν στέναζα. Μα τι κέρδισα ; Τι χάρηκα ;

Τριγύρισα χρόνια τριανταοχτώ τον άδειο εαυτό μου στον έρημο τον κόσμο, ξένος κι απόκοσμος, άχρωμος κι ουδέτερος, μηδέν, τίποτα. Μου ξέφυγε η πικρή γεύση της θάλασσας, το αψύ άρωμα της στεριάς, το νόημα των ουρανών, το πάθος των ανθρώπων. Δε γεύτηκα τίποτα, γιατί δεν είχα εντός μου τίποτα.

Τη ζωή, αντίθετ΄ από την τροφή, μόνο ο χορτάτος τη χορταίνει. Αυτός που βούτηξε ως τα ρουθούνια μέσα στο βουρκωμένο αγιασμό των πόθων της. Αυτός, που γέρος πια, κοιτάει να ταξινομήσει τα συντρίμμια, τα κουρέλια, τ΄ ατίμητα σκουπίδια, που ξέσυρε μαζί της η ψυχή κ΄η θύμηση ως το χείλος του τάφου.  […]

Ήθελα να ζήσω.. Ήθελα να σφυροκοπήσω την ψυχή μου στο αμόνι του καημού με τη βαριά του πόνου. Ήθελα να χαρώ ό,τι δεν χάρηκα, πρίν έρθουν ακόμα οι απελπισμένες χρονιές των γερατιών. Ήθελα να βρω, μέσα στον ελάχιστο χρόνο και τόπο, ό,τι δεν βρήκα τόσα χρόνια τώρα σ’ όλα τα στίγματα της γής.

Ήθελα να συναπαντήσω αυτό που θα φερνε και τ’ άλλα, αυτό που είναι όλα τ’άλλα, και ηδονή κι οδύνη, και χαρά και πόνος, και γνώση κι ανοησία. Αυτό που είναι αιτία και πλήρωση, σκοπός και τέρμα, φτάσιμο και φυγή.. Την αγάπη…

Ν’αγαπήσω.. Όχι ν’ αγαπηθώ, μα ν’αγαπήσω..

Τί μου πρόσφεραν οι γυναίκες που μ’αγκάλιαζαν με τρικυμισμένη ψυχή, όταν εγώ τρυγούσα τη γλύκα τους με δόντια σφιχτά από αδιαφορία; Τί ένιωσα εγώ από τις θύελλες που γέννησα με όργια γαλήνης; Τί και αν μ’αγάπησαν; Τ’ αμέτοχα πάθη δε μπορούν να ρυτιδώσουν το θολό καθρέφτη του στεκάμενου βάλτου… Κοχλάζει μονάχα η ματαιότης κι εξατμίζεται αφήνοντας μέσα σου κενό καταθλιπτικότατο. Τί και αν μ’ αγάπησαν – αν με αγάπησαν- .. Εγώ ζητάω την αγάπη.. Εγώ ζητάω να σκορπίσω την ψυχή μου στους αντίθετους ανέμους, να φθαρώ στα αντίξοα ρέματα. Εγώ γυρεύω να σπείρω τις αγωνίες μου για να θερίσω πικρίες. Εγώ θέλω τη στυφή χαρά που μόνο η συντριβή χαρίζει..

Εγώ θέλω..

Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.